Συσπειρωση

Συσπειρωση

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Είναι λύση τα «λευκά κελιά» στο ΕΣΥ;

Πηγή:http://www.efsyn.gr/arthro/einai-lysi-ta-leyka-kelia-sto-esy

nosokomeio.jpg

Διάδρομος νοσοκομείουEUROKINISSI / ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

Το ερώτημα «ποινή ή θεραπεία;» για τους «ακαταλόγιστους» ψυχικά ασθενείς επαναφέρει η επιστολή του Συλλόγου Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων του ΕΣΥ Ν. Αττικής προς τους υπουργούς Υγείας και Δικαιοσύνης και τον διοικητή του ΨΝΑ «Δαφνί», με την οποία ζητείται να μεριμνήσουν για την... κατάλληλη φύλαξη των «επικίνδυνων» ασθενών, «προτού θρηνήσουμε θύματα»
Μιλώντας στην «Εφ.Συν.», οι Θ. Μεγαλοοικονόμου (πρώην διευθυντής του 9ου Ψυχιατρικού Τμήματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής-ΨΝΑ), Θωμάς Υφαντής(ειδικός σύμβουλος του υπουργού Υγείας για θέματα Ψυχικής Υγείας, καθηγητής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) και Γιάννης Αλεξάκης (δικηγόρος, μέλος της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές) συγκλίνουν στο ότι ο ψυχικά ασθενής δεν απαλλάσσεται εκ προοιμίου για τις πράξεις του και τις συνέπειες αυτών, αλλά διατηρεί παράλληλα και ακέραια τα δικαιώματά του ως πολίτη.
Σε ένα τοπίο έρημο από υπηρεσίες ψυχικής υγείας -ανύπαρκτες έως άκρως αδύναμες- όπως το άφησαν οι πολιτικές διάλυσης του συστήματος υγείας των προηγούμενων κυβερνήσεων και ενώ η σημερινή κυβέρνηση, που αδιαμφισβήτητα έχει καθυστερήσει, έχει δώσει δείγματα της μεγάλης προσπάθειας που καταβάλλει για την ανατροπή των κοινωνικών ερειπίων, το δικαστικό ψυχιατρείο εξακολουθεί να παρουσιάζεται από μια μερίδα της θεραπευτικής κοινότητας ως το σύμβολο προστασίας της κοινωνίας από τον «επικίνδυνο ψυχικά ασθενή», οδηγώντας στην περαιτέρω απόρριψη και στον κοινωνικό αποκλεισμό των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας.
Μια επιστολή προς τους υπουργούς Υγείας και Δικαιοσύνης και τον διοικητή του ΨΝΑ «Δαφνί» από τον Σύλλογο Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων του ΕΣΥ Ν. Αττικής, στις αρχές της περασμένης εβδομάδας, που τάσσεται αναφανδόν υπέρ της ίδρυσης δικαστικού ψυχιατρείου και την ανάληψη των ασθενών αυτών από το δικαστικό/σωφρονιστικό σύστημα, διατύπωνε την καθόλου καινούργια άποψη ότι οι ασθενείς αυτοί δεν έχουν καμία θέση στις μονάδες ψυχικής υγείας του ΕΣΥ, αλλά χρειάζονται «ειδικούς χώρους», διαβαθμισμένης ή μη επικινδυνότητας, σε κάθε περίπτωση πάντως εκτός συστήματος ψυχικής υγείας.
Με αφορμή τη λήξη σύμβασης φύλαξης «ακαταλόγιστου» ασθενή από εταιρεία σεκιούριτι (!), οι νοσηλευτές θέτουν στην επιστολή τους θέμα «δημόσιας ασφάλειας»και καταφέρονται κατά του συνόλου των νοσηλευομένων με το άρθρο 69 του Ποινικού Κώδικα στο Δαφνί -περίπου 90 όπως αναφέρουν- η ύπαρξη των οποίων μέσα στο ψυχιατρείο, κατ' αυτούς, θέτει το προσωπικό «ενώπιον άμεσου και παρόντος κινδύνου κατά της ανθρώπινης ζωής».
Ζητούν από τους παραλήπτες της επιστολής, «προτού θρηνήσουμε θύματα», να μεριμνήσουν για τη μεταξύ άλλων «φύλαξη των ασθενών αυτών από κατάλληλα εκπαιδευμένο φυλακτικό προσωπικό, δημιουργία δωματίων κατάλληλα διαμορφωμένων για τη νοσηλεία-φύλαξη επικίνδυνων ασθενών, λήψη πρόσθετων μέτρων ασφαλείας», όπως εξήγησε, μιλώντας στην «Εφ.Συν», ο πρόεδρος του Συλλόγου, Γεώργιος Αβραμίδης.
«Μπορούμε όμως στα σοβαρά να μιλάμε για εξοβελισμό των ανθρώπων αυτών από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του ΕΣΥΑλήθεια, τέτοια ψυχιατρική μεταρρύθμιση θέλουμε;», διερωτάται ο συνταξιοδοτημένος σήμερα Θ. Μεγαλοοικονόμου, πρώην διευθυντής του 9ου Ψυχιατρικού Τμήματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (ΨΝΑ).

Αλλαγή κατ' όνομα

«Τμήμα κρατουμένων», όπως ονομαζόταν στη δεκαετία του '80, «τμήμα ακαταλογίστων» και «δικαστικό ψυχιατρείο» είναι τρεις όροι για το ίδιο πράγμα.
Ο τρίτος αποτελεί το πιο σύγχρονο «σερβίρισμα» του εν λόγω τμήματος, με τα ίδια δομικά και λειτουργικά στοιχεία του αλήστου μνήμης τμήματος που, στα τέλη της δεκαετίας του '80, γιατροί και γενικότερα το προσωπικό του ΨΝΑ είχαν διεκδικήσει και, εν τέλει, καταφέρει να κλείσει.
«Κοντεύουν περίπου 30 χρόνια από τότε που έκλεισε το τμήμα των “ακαταλογίστων” στο ΨΝΑ -μια κίνηση που σκοπό είχε να εξαλείψει μια από τις πιο κατασταλτικές και βάρβαρες δομές του ψυχιατρικού ασύλου», σημειώνει ο Θ. Μεγαλοοικονόμου.
Από τη στιγμή που η λογική της λύσης που επαναπροτείνεται είναι «ο εγκλεισμός μέσα σ' ένα κλειδωμένο τμήμα 80-100 και παραπάνω ασθενών, κατηγοριοποιημένων στη βάση τού ότι έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα, ανεξάρτητα από το πώς θα περιγράψεις και θα συγκροτήσεις τις διαδικασίες λειτουργίας του, είναι η λογική του ολοπαγούς ιδρύματος που θα το διέπει, επί της οποίας, πέραν όλων των άλλων δομικών και εγγενών χαρακτηριστικών της, θα είναι η ίδια η φύση της ταξινομικής κατηγορίας των ανθρώπων που θα περιθάλπει, με χαραγμένο το πρόσημο της επικινδυνότητας, που θα επιβάλλει τον χαρακτήρα και τις αρχές της», επισημαίνει ο Θ. Μεγαλοοικονόμου.
Στο δίλημμα «ποινή ή θεραπεία για τους ψυχικά ασθενείς» απαντά κατηγορηματικά«προφανώς θεραπεία» ο Θωμάς Υφαντής, ειδικός σύμβουλος του υπουργού Υγείας για θέματα Ψυχικής Υγείας, καθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
«Δεν είμαστε υπέρ τού να διαμορφώσουμε χώρους απομόνωσης, λευκά κελιά. Κάθε άλλο. Η πολιτική του υπουργείου Υγείας είναι η προώθηση κάθε μορφής κοινοτικής ψυχιατρικής».
Ο ειδικός σύμβουλος του υπουργού επισημαίνει κατ' αρχήν το προβληματικό κενό νόμου
«Θα πρέπει να δημιουργηθεί νόμος, ο οποίος να ξεχωρίσει τη θεραπεία από τη φύλαξη».
Από εκεί και πέρα -εξηγεί- «μιλάμε για έναν πολύ μεγάλο αριθμό ασθενών, ένα ελάχιστο ποσοστό του οποίου χρειάζεται ειδική φροντίδα. Ξεχνάμε ότι από αυτούς τους 90 ασθενείς, οι 30 είναι σε δομές στην κοινότητα, βρίσκονται δηλαδή ήδη σε αποκατάσταση, παρά το νομικό κενό, με ευθύνη των θεραπόντων ιατρών τους».
«Ακαταλόγιστους έχουμε πολλούς», εξηγεί ο Γ. Αλεξάκης, δικηγόρος, μέλος της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές (Ν. 2716/1999).
«Ολοι για κάποιο λόγο έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι διαρκώς επικίνδυνοι. Διότι ο νόμος έτσι τους αντιμετωπίζει. Επειδή έκαναν μια πράξη κάποτε, είναι επικίνδυνοι εσαεί».
Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα, η συνήθης πρακτική είναι να έχει κριθεί ο κατηγορούμενος ακαταλόγιστος από το δικαστικό συμβούλιο ήδη από το στάδιο της προδικασίας.
Η ποινική δίωξη παύει και η υπόθεση δεν φτάνει ώς το ακροατήριο, αλλά το μέτρο ασφαλείας διατάσσεται προδικαστικά.

Οι «γκρίζες ζώνες» της νομοθεσίας

◼ Ο όρος «επικίνδυνος» είναι μια αόριστη και αφηρημένη έννοια, όπως η επικινδυνότητα των ακαταλόγιστων δραστών -για την οποία ο νομοθέτης δεν παρέχει αξιολογικά κριτήρια.
Ετσι, με βάση ποια στοιχεία μπορεί τελικά να κριθεί η επικινδυνότητα του ακαταλόγιστου ψυχικά πάσχοντος;
«Η επίκληση μιας αφηρημένης διακινδύνευσης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας -τη στιγμή που στην πραγματικότητα κανένας συγκεκριμένος κίνδυνος δεν συνέτρεχε- αποτέλεσε τη νομιμοποιητική βάση για την αρμοδιότητα των δικαστών να αποφασίζουν για τον εγκλεισμό των “επικινδύνων”. Η “λογική” αυτή οδηγεί στην “αντικειμενικοποίηση” των ψυχικά πασχόντων, διότι παραβλέπεται εντελώς η παθολογική κατάσταση των ποινικά ακαταλόγιστων ατόμων», απαντά ο Γ. Αλεξάκης.
◼ Οσον αφορά την επίκληση της δημόσιας ασφάλειας από τον νόμο και τον τρόπο εφαρμογής της, που ως αποτέλεσμα έχει τη μακροχρόνια ή και ισόβια παραμονή σε ψυχιατρικά καταστήματα, είναι συμβατή με μια θεραπευτική λογική;
«Οχι», λέει ο Θ. Μεγαλοοικονόμου, ενώ ο Γ. Αλεξάκης επισημαίνει ότι «ούτε συνταγματικά στέκεται. Η συνταγματικότητα του άρθρου 69 του Π.Κ. έρχεται σε ρήξη με σειρά δικαιωμάτων και εγγυήσεων συνταγματικής περιωπής, στα άρθρα 2 παρ.1 - απαραβίαστο ανθρώπινης αξίας, 5 παρ. 1 - ανάπτυξη προσωπικότητας, 5 παρ. 5 - ατομικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας, 21 παρ. 3 - προστασία της υγείας στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου».
◼ Ακόμα, η διάρκεια φύλαξης του ακαταλόγιστου ασθενή, για την οποία φροντίζει η εισαγγελική αρχή, συνεχίζεται όσο χρόνο το επιβάλλει η δημόσια ασφάλεια, ενώ κάθε τρία έτη το δικαστήριο των πλημμελειοδικών, στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται η φύλαξη, αποφασίζει αν αυτή πρέπει να εξακολουθήσει και εξακολουθεί, καθώς οι άνθρωποι αυτοί ξεχνιούνται.
«Τα χρονικά όρια που τίθενται για την επανεξέταση του μέτρου είναι κατά πολύ μεγαλύτερα από αυτά που θα επέβαλλε το συμφέρον της ψυχικής υγείας του ασθενούς, αλλά και οι κατευθύνσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ο έγκλειστος ψυχικά ασθενής αντιμετωπίζει όμως ούτως ή άλλως τον κίνδυνο του μακροχρόνιου -έως και ισόβιου- εγκλεισμού, καθώς και αυτή η προβλεπόμενη τριετία δεν τηρείται στην πράξη, με το διάστημα επανεξέτασης να μετρά ακόμη και περισσότερες της μιας δεκαετίες», εξηγεί ο νομικός.

Πρώτα η «δημόσια ασφάλεια»

Διαφαίνεται επομένως ότι τα άρθρα 69 και 70 του ποινικού κώδικα έχουν θέσει ως κύρια βάση λειτουργίας του ως άνω μέτρου ασφάλειας την προστασία της «δημόσιας ασφάλειας» και όχι τη θεραπεία του αναγκαστικά εγκλειόμενου προσώπου, σημειώνει ο Θ. Μεγαλοοικονόμου.
Σε κάθε περίπτωση, στο άρθρο 70 Π.Κ. απουσιάζει πλήρως οποιαδήποτε αναφορά στη θεραπεία ή σε πρακτικές συμβατές και συνεπείς με μια θεραπευτική λογική, προσθέτει ο Γ. Αλεξάκης.
«Η ειδική ομάδα εργασίας του υπουργείου Υγείας», αναφέρει ο Θ. Υφαντής,«επεξεργάζεται από την αρχή το πλαίσιο νοσηλείας των ασθενών αυτών, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες -ιατρικούς, οικονομικούς, νομικούς και παράγοντες πολιτισμού- με γνώμονα τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ασθενών που νοσηλεύονται με το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα».
Εκείνο που χρειαζόμαστε, συμφωνούν οι τρεις άνδρες, είναι μια θεραπεία προσανατολισμένη στην ουσιαστική επανένταξη του πάσχοντος και ταυτόχρονα ένα μέτρο ασφαλείας που στοχεύει στην άρση της επικινδυνότητας του δράστη, μέσω ακριβώς της θεραπείας του και όχι διά του ισόβιου εγκλεισμού του.
Στην πορεία αυτή είναι σημαντικό να μην παραβλέπεται ότι ο ψυχικά ασθενής δεν απαλλάσσεται εκ προοιμίου για τις πράξεις του και τις συνέπειες αυτών, διατηρεί όμως παράλληλα και ακέραια τα δικαιώματά του ως πολίτης.
Στο ερώτημα «ποινή ή θεραπεία;», υπό την έννοια ότι μπορούμε πραγματικά να επιδιώξουμε την πλήρωση είτε του ενός όρου είτε του άλλου, η απάντηση -εξηγούν- βρίσκεται στη διαλεκτική μεταξύ τους σχέση, υπό την αντίληψη ενός ανθρώπου -όπως τον περιέγραψε ο Φουκό- που διατηρεί ταυτόχρονα τις ιδιότητες του ψυχικά πάσχοντος, αλλά και τις ικανότητες κάθε ανθρώπου.

Ενάντια στη... στρατοπεδοποίηση του προσφυγικού

Πηγή: http://www.efsyn.gr/arthro/enantia-sti-stratopedopoiisi-toy-prosfygikoy

prosfygas-peiraias.jpg

Προσφυγόπουλο στον πρόχειρο καταυλισμό στον τερματικό του λιμανιού του ΠειραιάΑκόμα κι΄ αν επρόκειτο, κάποια από αυτά τα κέντρα «φιλοξενίας», να παραμείνουν «ανοιχτά», η ίδια η μαζική (χίλιοι και πάνω) διαβίωση, δημιουργεί συνθήκες καταυλισμού. | AP Photo/ Yorgos Karahalis

Η πλήρης, όσο κι’ αν «εργώδης», ευθυγράμμιση της κυβέρνησης Σύριζα-Ανελ. με τις απαιτήσεις της Ευρώπης/φρούριο (της ίδιας νεοφιλελεύθερης Ευρώπης που επιβάλει τα μνημόνια) απέναντι στο λεγόμενο «προσφυγικό/μεταναστευτικό πρόβλημα» παγιώνει την εγκαθίδρυση μιας ριζικά διαφορετικής πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης - μιας κατάστασης «διαρκούς εκτάκτου ανάγκης» και στρατοπεδοποίησης της χώρας, που δεν πρόκειται, κατ’ ουδένα τρόπο, να είναι προσωρινή και η οποία, εξ’ αντικειμένου, προσδίδει νέες διαστάσεις στην κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση.
Όπως και το περασμένο καλοκαίρι με το 3ο μνημόνιο, έτσι και τώρα, μέσα από τις διαδοχικές συναντήσεις και συνόδους, αυτό που παρουσιάζεται επί σκηνής είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων, δήθεν αντίστασης και διαπραγμάτευσης, τη στιγμή που η ακολουθούμενη πολιτική της ΕΕ, παρά τις εκατέρωθεν διαφωνίες μεταξύ των διαφόρων κρατών-μελών, είναι, στις βασικές της κατευθύνσεις, προαποφασισμένη, με το διαδοχικό και οριστικό, πλέον, (όπως επίσημα δηλώθηκε) κλείσιμο του λεγόμενου «βαλκανικού διαδρόμου» (αποκορύφωμα το οποίου ήταν το άνωθεν επιβεβλημένο κλείσιμο των συνόρων της ΠΓΔΜ), με τον συνακόλουθο εγκλωβισμό στην Ελλάδα δεκάδων, και σε λίγο εκατοντάδων, χιλιάδων, ακόμα και αυτών, των όλων και λιγότερων, στους οποίους εξακολουθεί ν΄ αποδίδεται το καθεστώς του πρόσφυγα.
Και η ελληνική κυβέρνηση, αν και ασθμαίνοντας (με αποκορύφωμα τη δήλωση για «τις 20 μέρες που μας έκλεψαν» του Γ. Μουζάλα), εφαρμόζει αυτή την πολιτική μέχρι κεραίας, με τις όποιες γκρίνιες να έχουν να κάνουν με το «υπερβολικό φορτίο» (λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, ως ευρωπαϊκού συνόρου-πύλης εισόδου) και το αίτημα για «ξαλάφρωμα», στην ίδια λογική που η κάθε ευρωπαϊκή χώρα προσπαθεί να απεμπλακεί και να φορτώσει το βάρος όσο γίνεται πιο μακριά.
  • Με τον φράκτη του Εβρου, που ήταν ο πρώτος σε όλη την Ευρώπη, και τον οποίο η παρούσα κυβέρνηση, παρά τις προεκλογικές της, και εν προκειμένω, πομφόλυγες, σεβάστηκε και διατηρεί με ευλάβεια.
  • Με τις βίαιες επαναπροωθήσεις, που κλιμακώθηκαν την περασμένη εβδομάδα, εκατοντάδων «οικονομικών μεταναστών», από το στρατόπεδο της Κορίνθου και από το Ελληνικό, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στον Εβρο και πετάχτηκαν σαν απορρίμματα πίσω από τα τουρκικά σύνορα.
  • Με την ευμενή, έως και πανηγυρική, αποδοχή της στρατιωτικοποίησης του προβλήματος, μέσω της εμπλοκής του ΝΑΤΟ στην διαχείριση/ανακοπή/βίαιη επαναπροώθηση (με όποιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές) των προσφυγικών/ μεταναστευτικών κυμάτων προς την Τουρκία.
  • Με την προδιαγεγραμμένη λειτουργία των hotspot στα νησιά, για καταγραφή και ταυτοποίηση με σκοπό την κράτηση και την όπως-όπως επαναπροώθηση όσων κρίνονται ότι δεν δικαιούνται το καθεστώς του πρόσφυγα. Αλλωστε, πρόσφυγες τείνουν να θεωρούνται μόνο οι Σύριοι (και αυτοί με ποιούς ρυθμούς και για πόσο ακόμα).
  • Με την μαζική δημιουργία δεκάδων κέντρων, υποτίθεται, «φιλοξενίας», που είναι κέντρα κράτησης/στρατόπεδα συγκέντρωσης εν τω γεννάσθαι, καθώς, μάλιστα, λειτουργούν υπό τον έλεγχο του Στρατού (ο οποίος όλο και πιο πολύ ανακατεύεται στην αντιμετώπιση «καταστάσεων κρίσης», έτοιμος, προφανώς, να κληθεί και για «άλλες κρίσεις» στο προσεχές μέλλον). Ακόμα κι΄ αν επρόκειτο, κάποια από αυτά, να παραμείνουν «ανοιχτά», η ίδια η μαζική (χίλιοι και πάνω) διαβίωση, δημιουργεί συνθήκες καταυλισμού, αναξιοπρέπειας, απανθρωποποίησης, «διαχείρισης του χώρου, του χρόνου και των αναγκών» από μιαν ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη εξουσία, που αυτή ρυθμίζει τι εκάστοτε επιτρέπεται και τι όχι, ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει κλπ. Ας θυμηθούμε πώς διαφήμιζε την Αμυγδαλέζα ο ιδρυτής της, το 2012, Μ. Χρυσοχοϊδης (ακόμα και τώρα προτεινόμενος, λόγω εμπειρίας στην καταστολή, ως υπερ-υπουργός Μετανάστευσης - να το δούμε κι΄ αυτό από μια «οικουμενική κυβέρνηση» - και πώς έγινε και λειτούργησε όταν μπήκαν μέσα οι πρώτοι έγκλειστοι, που αυξήθηκαν με γεωμετρική πρόοδο). Αλλωστε, και σε αντίθεση με τα όποια λεκτικά περιτυλίγματα και σερβιρίσματα των κυβερνώντων, όπως συμφώνησε και το πρόσφατο συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, οι κρινόμενοι ως «οικονομικοί μετανάστες» θα πρέπει να είναι σε «κλειστά κέντρα», ενώ το ίδιο καθεστώς μπορεί σύντομα να επιβληθεί (όπως προτείνεται από μερικούς «οργανικούς διανοούμενους» και άλλους «πρόθυμους συνεργάτες») και στους πρόσφυγες που θα είναι στο πρόγραμμα της μετεγκατάστασης (relocation) σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, μέχρις ότου μεταφερθούν στη χώρα υποδοχής (για να τοποθετηθούν, ως επί το πλείστον και εκεί σε άλλο στρατόπεδο). Είναι, άλλωστε, πλήρως μέσα στη λογική των πολιτικών που εφαρμόζονται μέχρι τώρα, το να παρέχεται, στο άμεσο μέλλον, η δυνατότητα σ΄ ένα πρόσφυγα να μεταβεί σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, μόνο μέσω του προγράμματος του relocation.
Ας μην ξεχνάμε, τέλος, ότι μια από τις πιο «πειστικές» αφορμές για την κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης είναι η διασπορά του φόβου μέσω της κατασκευής του πρόσφυγα και του μετανάστη ως «υγειονομικής βόμβας», που πρέπει να κλειστεί στην καραντίνα του στρατοπέδου - ένα όπλο που ήδη σιγοφέρνεται και είναι ‘παρά πόδας’ και για χρήση όταν προκύψει η κατάλληλη ευκαιρία. Αλλωστε, και οι εβραίοι κλείνονταν, από τους ναζί, στην Βαρσοβία και αλλού, σε γκέτο και στρατόπεδα, πριν μεταφερθούν στα στρατόπεδα εξόντωσης, με το αιτιολογικό ότι ήταν φορείς φυματίωσης και αποτελούσαν «υγειονομική απειλή».
Η «μείωση των ροών», όπως τις ονομάζουν οι κυβερνώντες (οι άνθρωποι ως «ροές», ως «πράγματα» που ρέουν) με την δημιουργία ενός νέου και αποτελεσματικού φράκτη, αυτή τη φορά στο Αιγαίο, πέρα από τις δραματικά περισσότερες, σε σχέση με τώρα, ζωές που θα χάνονται, πέρα από την οριστική καταστρατήγηση του δικαιώματος του πρόσφυγα να βρει ασφαλές καταφύγιο, δεν πρόκειται να «σώσει» την Ελλάδα από τη μοίρα που της επιφυλάσσει ο ρόλος που είναι εντεταλμένη να υπηρετεί στα πλαίσια της ΕΕ: «μείωση των ροών» για την ΕΕ δεν σημαίνει άλλο από την διατήρηση της Ελλάδας, πέρα από πειραματόζωο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών αντιμετώπισης της μη διαχειρίσιμης κρίσης του χρέους, και ως μιας «χώρας φράκτη» για την υπόλοιπη Ευρώπη. Μιας χώρας, δηλαδή, στην «πρώτη γραμμή», γεμάτης στρατόπεδα συγκέντρωσης για πρόσφυγες και μετανάστες, που θα αποτελεί μέρος της ανάσχεσης του προβλήματος, με τρόπο που να είναι «διαχειρίσιμος» και σύμφωνα με τις πολιτικές των κρατών-μελών της ΕΕ - με την ακροδεξιά να προωθείται στη διακυβέρνηση όλο και περισσότερων από αυτά. Γιατί η πηγή του προβλήματος είναι και παραμένει η ατέλειωτη και διαρκώς εντεινόμενη φωτιά που έχει ξεσπάσει στην περιοχή, προϊόν των οικονομικών, πολιτικών και των στρατιωτικών επεμβάσεων των ευρωπαίων και αμερικάνων ιμπεριαλιστών, από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, στη Συρία και τη Λιβύη, στην Αφρική, όπως και στην Ουκρανία, ακουμπώντας την Τουρκία και με απρόβλεπτο το επόμενο σημείο της ανάφλεξης.
Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ακόμα και ένα χρόνο πριν, ότι η ρήση του G. Agamben για την επέκταση παγκοσμίως, σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, μιας ‘κατάστασης εξαίρεσης’, αναστολής, δηλαδή, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του όποιου Δικαίου, έτσι ώστε να τίθενται ‘υπό φύλαξη’ άτομα ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ‘επιλήψιμης διαγωγής’, αποκλειστικά και μόνο για ν΄ αποτραπεί ένας ‘κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους’ (ένας κίνδυνος που τον προσδιορίζει ως τέτοιο ο εκάστοτε κυρίαρχος), θα έβρισκε σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, (και με πιο ακραία εκδήλωσή της, σ΄ αυτή τη φάση, στην Ελλάδα), την πιο ανάγλυφη ενσάρκωσή της.
Με συστατικό στοιχείο αυτής της νέας βιοπολιτικής την αντιμετώπιση όλων αυτών των ‘εκτός τόπου’, μέσα σε ‘ενδιάμεσους τόπους’ (διαφόρων ειδών ‘κέντρα κράτησης’ ή ‘υποδοχής’ κοκ) διαμέσου της κυριαρχίας του Νόμου, που συνίσταται ακριβώς στην άρση της όποιας εφαρμογής των προβλέψεων του Νόμου για θεμελιώδη δικαιώματα.
Και όπως στο παρελθόν, έτσι και σήμερα, η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ παύει σύντομα να έχει ένα προσωρινό χαρακτήρα, ν΄ αναφέρεται, δηλαδή, σ΄ αυτή, ή την άλλη προσωρινή και εξωτερική κατάσταση και γίνεται τρόπος ύπαρξης του συστήματος, ταυτίζεται με τον κανόνα.«Tο στρατόπεδο, όπως λέει ο Agamben, είναι ο χώρος που ανοίγεται όταν η κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας». Κοινωνική Τάξη γίνεται, πλέον, η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης.
Γιατί, για στρατόπεδο πρόκειται όποια και αν είναι η ονομασία (‘κέντρα κράτησης’, ή ‘υποδοχής’, ‘φιλοξενίας’ κοκ) και όποια κι΄ αν είναι η ιδιαιτερότητα μιας τέτοιας χωρικής δομής, εντός της οποίας ‘όλα είναι δυνατά’ να γίνουν πάνω στη ‘γυμνή ζωή’, στον στερημένο από κάθε δικαίωμα άνθρωπο.
Η κυβέρνηση διατείνεται ότι προσπαθεί να «διαχειριστεί» την κατάσταση – όχι ν΄ απαντήσει στα ζητήματα που αυτή θέτει, αλλά απλώς να την «διαχειριστεί». Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι η "διαχείριση" αναφέρεται σε μια «τεχνολογία» παρεμβάσεων στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, που, μακράν του να συνιστούν μιαν ουδέτερη στάση ανάμεσα ή πάνω από τις κοινωνικές αντιφάσεις, σκοπό έχουν να συντηρήσουν την κατεστημένη κατάσταση, να πνίξουν τις αντιφάσεις που την διαπερνούν και την απειλούν με αταξία ή ανατροπή, καταφεύγοντας στην κινητοποίηση των πιο κατασταλτικών πρακτικών, που από τον αγώνα για την υπέρβασή τους υποτίθεται ότι η κυβερνώσα, πάλαι ποτέ «αριστερά» θα αντλούσε την νομιμοποίησή της ως αριστερά. Τέτοιες πρακτικές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ενσωμάτωση και αφομοίωση, στις κρατούσες εξουσιαστικές/ κατασταλτικές πρακτικές, ενός μέρους των αντίθετων απόψεων, με την ανοιχτή ή λαθραία αλλοίωση του αυθεντικού περιεχομένου τους – όπως, πχ, εν προκειμένω, των πρακτικών της αλληλεγγύης. Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής ήταν το συμβάν της περασμένης Κυριακής, όταν, ταυτόχρονα, από τη μια, στην πλ. Βικτωρίας τα ΜΑΤ «καθάριζαν» με το ζόρι (και μετά από απαίτηση του Δημάρχου Καμίνη) την πλατεία από τους πρόσφυγες που αναζητούσαν από εκεί τρόπους για να συνεχίσουν το ταξίδι τους (με την υποχρεωτική μεταφορά σε κέντρα «φιλοξενίας» - Σχιστό κλπ- ή, εν πάσει περιπτώσει, να φύγουν μακριά από εκεί) και από την άλλη, στο Σύνταγμα γινόταν μια, υπερπροβαλλόμενη και από τα καθεστωτικά ΜΜΕ, συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης, και πάλι για τους πρόσφυγες, από το Δίκτυο Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Ένα άλλο δείγμα γραφής είναι η ανάθεση του όλου «έργου» στις ΜΚΟ, που έχουν πέσει σαν τα κοράκια στις διατιθέμενες χρηματοδοτήσεις για παρεμβάσεις πυροσβεστικού χαρακτήρα, από τις οποίες κάποιοι κερδίζουν από τον πόνο των πολλών, από μια ανθρωπιστική καταστροφή χωρίς τέλος – με πολλές από αυτές τις ΜΚΟ να έχουν διεθνή εμπειρία από τα ανά την υφήλιο προσφυγικά κύματα, όπου συστηματικά παρεμβαίνουν απομυζώντας τα όποια διατιθέμενα κονδύλια. Ετσι και τώρα, με τις ευλογίες της κυβέρνησης, κάποιοι θα κερδίσουν από τη διαχείριση των «νεκρών ψυχών», μέχρι ότου αυτές μετατραπούν και σε νεκρά σώματα.
Στην ίδια, τέλος, λογική είναι η προσπάθεια αξιοποίησης και χειραγώγησης της διάχυτης αλληλεγγύης για την λειτουργία και τους σκοπούς των στρατοπεδικού τύπου εγκαταστάσεων. Αντί να διαθέτουν κρατικούς πόρους, μετατρέπουν την εθελοντική προσφορά του αλληλέγγυου σε απλήρωτη εργασία, την οποία χρησιμοποιούν για την υλοποίηση της δικής τους κρατικής πολιτικής απέναντι στο «προσφυγικό». Αν, πχ, τους έχει μείνει έστω και ένα ίχνος «αριστερής» σκέψης και πράξης (λέμε τώρα…), τότε ας μη πληρώσουν την επόμενη «δόση» στους δανειστές/εταίρους τους και ας διαθέσουν το ποσό αυτό για τους χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες που στενάζουν κάτω από άθλιες συνθήκες.
Αλληλεγγύη σημαίνει στήριξη των προσφύγων και μεταναστών ενάντια στις πολιτικές της Ευρώπης-φρούριο που υλοποιεί η παρούσα κυβέρνηση. Σημαίνει ξεσκέπασμα και αμφισβήτηση της λειτουργίας και της ίδιας της ύπαρξης των διαφόρων τύπων κέντρων φιλοξενίας/κράτησης/hotspot/κλπ και διεκδίκηση αξιοπρεπούς και πραγματικά ανοιχτής φιλοξενίας σε κανονικά κτίρια, με μικρό αριθμό φιλοξενουμένων, σε ξενοδοχεία, στα χιλιάδες άδεια κτίρια του δημοσίου και άλλα, που έχουν (ή δεν έχουν) δοθεί στο ΤΑΙΠΕΔ για πούλημα. Αλληλεγγύη σημαίνει αγώνας για «σύνορα ανοιχτά», ενάντια στην στρατιωτικοποίηση/ στρατοπεδοποίηση του μεταναστευτικού/προσφυγικού και την κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης που οικοδομείται μέρα με τη μέρα.
Αλληλεγγύη, ενάντια στις λογικές της απλής φιλανθρωπίας, σημαίνει, πρωτίστως, κοινούς αγώνες των εργαζόμενων και των άνεργων σ΄ αυτή τη χώρα με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, ενάντια στο «κοινό εχθρό», ενάντια στην κρατική καταστολή, ενάντια σε κάθε ρατσιστικό στερεότυπο «απ΄ όπου κι΄ αν προέρχεται», ενάντια στο εγκληματικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής (σε ετοιμότητα και σε δράση προκειμένου να επωφεληθεί από τα αδιέξοδα των ακολουθούμενων, σε όλα τα επίπεδα, πολιτικών, και από αυτό που προβάλλεται ως χρεωκοπία της «αριστεράς» και με πολιτική απέναντι στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, την εκμηδένισή τους, την κυριολεκτική εξόντωσή τους).
Αν ανοίξουν και παγιωθούν τα στρατόπεδα για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, τότε, όπως τα πολύ πικρά μαθήματα της ιστορίας έχουν δείξει, οι επόμενοι που θα έχουν σειρά, θα είναι οι «ντόπιοι», όσοι αγωνίζονται ενάντια στο υπάρχον σύστημα, ενάντια στα μνημόνια, για την κοινωνική χειραφέτηση, για το δικαίωμα στη ζωή. 

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Ή ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ;

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ



Και εκεί που η Ψυχική Υγεία, οι ψυχιατρικές μονάδες, τα ψυχιατρεία, μετά τον θάνατο από πυρκαγιά, τον περασμένο Σεπτέμβρη στο Δαφνί, τριών μηχανικά καθηλωμένων ασθενών, είχαν απομακρυνθεί από το προσκήνιο της επικαιρότητας - με τις πάγιες αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδά τους να κοχλάζουν, όπως πάντα, πίσω από τα τείχη και τις κλειδωμένες πόρτες - ήλθε ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ (Σύλλογος Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων) με νέα ανακοίνωσή του ξανά για τους «90 επικίνδυνους ασθενείς που έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα κατά της ανθρώπινης ζωής και άλλες βαρύτατες πράξεις και το προσωπικό του Νοσοκομείου βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο ζωής», να φέρει ξανά το ζήτημα της (κατασκευασμένης) «επικινδυνότητας του ψυχικά ασθενή» σε πρώτο πλάνο και να παίξει το συνήθη ρόλο του στη διασπορά τρόμου. Βρίσκοντας, φυσικά, την αναμενόμενη υποδοχή και την συνακόλουθη υπερπροβολή από το σύνολο των καθεστωτικών ΜΜΕ, πάντα διψασμένων να «σορτάρουν» πάνω σε μια τρομολαγνεία που κάποιοι «συνδικαλιστές» τους προσφέρουν σε έτοιμο πιάτο.
Για μιαν ακόμη φορά, ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, ένας σύλλογος τυπικά συντεχνιακός, χωρίς ίχνος κινηματικής δράσης, καλλιεργεί το στιγματιστικό στερεότυπο της «επικινδυνότητας» στο πεδίο της ψυχικής υγείας, επικεντρώνοντας στους νοσηλευόμενους με το άρθρο 69 ΠΚ. Αυτούς, δηλαδή, που, βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, έχουν κριθεί ως «ακαταλόγιστοι» λόγω της ψυχικής τους διαταραχής και γι΄ αυτό διατάσσεται ο εγκλεισμός τους, μέχρι την επιβεβαίωση της ανάρρωσής τους και της αποδοχής από το δικαστήριο της εξάλειψης της «επικινδυνότητας» τους (νοούμενης, αναγωγιστικά, ως ατομικής ιδιότητας και όχι στην κοινωνική/σχεσιακή της διάσταση).
Είναι, ωστόσο, γνωστό ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους «επικίνδυνους για την δημόσια ασφάλεια που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις και δη ανθρωποκτονίες», παίρνουν εξιτήριο μετά από μιαν άλλοτε άλλη περίοδο χρόνου.
Ότι τα εξιτήρια θα ήταν πολύ περισσότερα αν δεν υπήρχε αυτός ο εγγενής συντηρητισμός του κυρίαρχου δικαστικού και ψυχιατρικού θεσμού, με προπορευόμενο, εν προκειμένω, τον δικαστικό, καθώς είναι επανειλημμένες οι απορρίψεις από την εκάστοτε δικαστική έδρα των εκθέσεων/εισηγήσεων των θεραπόντων ψυχιάτρων για άρση του άρθρου 69 και την χορήγηση εξιτηρίου.
Ότι οι ασθενείς του άρθρου 69, πλην ελαχίστων, συγκριτικά, εξαιρέσεων, είναι οι πιο «ήσυχοι ασθενείς», στα τμήματα όπου νοσηλεύονται.
Ότι τουλάχιστον 20 από τους 90 «επικίνδυνους» του ΨΝΑ, διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, μέσα στην κοινότητα, με θύρες επισήμως ανοικτές και κυκλοφορούν ελεύθερα, χωρίς να έχει αρθεί το άρθρο 69.
Ότι ο θάνατος, τον περασμένο Σεπτέμβρη, των τριών ασθενών από πυρκαγιά, που εν τέλει αποδόθηκε στον γνωστό «επικίνδυνο ασθενή», δεν οφειλόταν στη φωτιά καθαυτή, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά στο ψυχιατρείο (κάποιος να βάλει σ΄ ένα τμήμα φωτιά), αλλά στο γεγονός ότι οι τρεις ασθενείς ήταν μηχανικά καθηλωμένοι και ότι, επιπλέον, δεν υπήρξε ετοιμότητα παρέμβασης για την διάσωσή τους.
Τα μέτρα που ζητάει ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ είναι υπέρ της περαιτέρω κατασταλτικής λειτουργίας του ψυχιατρείου, υπέρ των ειδικών θαλάμων απομόνωσης και άλλων περιοριστικών μέτρων, επικαλούμενος τον «διαρκή κίνδυνο για την ίδια τη ζωή του προσωπικού». Ενα ψυχιατρείο, δηλαδή, ως φρούριο και ενσάρκωση της «επικινδυνότητας», με ό,τι αυτό σημαίνει για την καταστολή που αναμένει, αλλά και για το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει, τον όποιο ψυχικά πάσχοντα καταφεύγει (ή «τον καταφεύγουν») στις υπηρεσίες του.
Αλλά και η επαναφορά του πάγιου αιτήματος της κυρίαρχης ψυχιατρικής και νοσηλευτικών συντεχνιών που την υπηρετούν, για το άνοιγμα «δικαστικού ψυχιατρείου», ενός θεσμού πλήρως αποτυχημένου διεθνώς.
Και όλα αυτά γιατί το ΨΝΑ δεν ανανέωσε τη σύμβαση με εταιρεία φύλαξης η οποία διέθετε δυο σεκιουριτάδες ανά βάρδια για την φύλαξη του συγκεκριμένου «επικίνδυνου ασθενή», μέτρο που επιβλήθηκε μετά την πυρκαγιά του Σεπτέμβρη. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη του όποιου θεραπευτικού πλάνου για τον εν λόγω ασθενή, όπως και για πολλούς άλλους (και όχι μόνο του άρθρου 69 ΠΚ), την αδυναμία/ανικανότητα ν΄ αναπτυχθεί μια θεραπευτική προσέγγιση στην δυσκολία που τον διακρίνει. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη της στοιχειώδους εκπαίδευσης του προσωπικού των ψυχιατρείων και όλων των ψυχιατρικών μονάδων στις διαδικασίες/τεχνικές «αποκλιμάκωσης», για το πώς η ίδια η λειτουργία των μονάδων αυτών, η κουλτούρα και η πρακτική που τις διέπει, παράγει και/ή επιδεινώνει την «επικινδυνότητα», ή καλλίτερα, τις «επικίνδυνες καταστάσεις». Φυσικά, καταλυτικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει και η δραματική έλλειψη του προσωπικού, η αποψίλωση του ΨΝΑ και όλων των μονάδων από νοσηλευτές/τριες, πρωτίστως, αλλά και από ψυχιάτρους και από όλες τις άλλες ειδικότητες. Ωστόσο, ο κατασταλτικός χαρακτήρας της κουλτούρας και των ασκούμενων πρακτικών προϋπήρχε της έλλειψης προσωπικού - είναι στο DNA του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος.
Ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, αν και αδρανής κινηματικά, δεν ήταν καθόλου αδρανής στην με κάθε μέσο διεκδίκηση της ιατρικοποίησης του ρόλου του νοσηλευτή, στη μετατροπή του σ΄ ένα φορέα επιστημονικοφανών, περιγεγραμμένων, αυτοαναφορικών και αποστειρωμένων δεξιοτήτων απέναντι στην αρρώστια ως αντικείμενο, αποκομμένο από το όλο της ύπαρξης του ψυχικά πάσχοντα και με επιλογή των στιγμών της επαφής και της σχέσης μ΄ αυτόν, αφήνοντας τις «δύσκολες» στιγμές (ακριβώς αυτές που τον πλημμυρίζουν και λόγω των οποίων φτάνει στο σημείο να νοσηλεύεται) στις διαδικασίες καταστολής, στο δέσιμο, στην απομόνωση, στον σεκιουριτά.
Καταλαβαίνει κανείς πού οδηγεί αυτή η αφηρημένη, κατασκευασμένη και συντεχνιακού χαρακτήρα αντίληψη για τον «καθημερινό κίνδυνο στη ζωή του προσωπικού». Εδώ να προστεθεί η υποβάθμιση και η υπονόμευση του θεραπευτικού (και πολύ συχνά αναντικατάστατου) ρόλου των άλλων βαθμίδων νοσηλευτικού προσωπικού (ΔΕ, ΥΕ), ακριβώς επειδή από τον ως άνω στεγνό και ιατρικοποιημένο ρόλο του νοσηλευτή υποβαθμίζεται/εξαλείφεται το κομβικό στοιχείο της «σχέσης μεταξύ προσώπων» που είναι (ή, θα έπρεπε να είναι) το θεμέλιο μιας θεραπευτικής σχέσης, πάνω στο οποίο, οι όποιες δεξιότητες αποχτούν νόημα και περιεχόμενο.
Και φυσικά, ο σεκιουριτάς δεν θα χρησιμοποιηθεί μόνο στον όποιο «επικίνδυνο ασθενή» του άρθρου 69, αλλά και απέναντι στον όποιο νοσηλευόμενο αντιδρά στις συνθήκες και στη νοσηλεία του καθεαυτή, στον ακούσιο και βίαιο χαρακτήρα της, στις κατασταλτικές πρακτικές που ασκούνται ως ο κανόνας. Οι «δύσκολες καταστάσεις» είναι πολύ πιο συχνές με αυτούς, τους «καθημερινούς ασθενείς», παρά με τους ασθενείς του άρθρου 69.
Η επικινδυνότητα συνίσταται ακριβώς σ΄ αυτές τις στάσεις, τις αντιλήψεις, τις πρακτικές. Επικίνδυνοι δεν είναι οι ψυχικά πάσχοντες, επικίνδυνη είναι η αντιμετώπισή τους από την κοινωνία και από το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα. Επικίνδυνη είναι, όπως έχει λεχθεί, «η αναπαραγωγή της επικινδυνότητας».
9/3/2016


ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ