Συσπειρωση

Συσπειρωση

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Δρομοκαΐτειο: η ψυχική υγεία στα όρια της... τρέλας

Δρομοκαΐτειο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αττικής 
  Η λειτουργία των κλινικών του Δρομοκαΐτειου όχι μόνο δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα ασφαλές και σταθερό θεραπευτικό πλαίσιο, αλλά εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια εργαζομένων και ασθενών
https://www.efsyn.gr/arthro/dromokaiteio-i-psyhiki-ygeia-sta-oria-tis-trelas
Συνωστισμός στην εφημερία, με περιστατικά που έχουν παραπεμφθεί από κάθε γωνιά της χώρας, ασθενείς που αναγκαστικά φιλοξενούνται σε κρεβάτια αδειούχων ασθενών, οι οποίοι όμως επιστρέφουν την επομένη, άλλοι ασθενείς που στις 2 και 3 τα ξημερώματα οδηγούνται σε κλειστά κρεβάτια -τα οποία ξαναστήνονται μέσα στη νύχτα- τμημάτων ακατάλληλων για τη νοσηλεία τους (όπως είναι της γηροψυχιατρικής και των χρονίων), ασθενείς που φτάνουν τελευταίοι στην εφημερία και οι οποίοι διανυκτερεύουν, στην καλύτερη περίπτωση, στο ίδρυμα με την παρέμβαση του Σωματείου Εργαζομένων και, στη χειρότερη, στο κρατητήριο του αστυνομικού τμήματος της περιοχής τους, όπου επιστρέφουν με τη συνοδεία αστυνομικών δυνάμεων.
Αυτή, χωρίς ανάσα, είναι η σημερινή εικόνα του Δρομοκαΐτειου, που επί έτη υποβαθμιζόταν με σκοπό να κλείσει. Η εικόνα μιας καθόλου ανθρώπινης δομής για τους ψυχικά πάσχοντες, όπως την αντικρίσαμε, όπως μας την περιγράφουν οι εργαζόμενοι κι όπως αποτυπώνεται στα έγγραφα του διευθυντή Ιατρικής Υπηρεσίας, της διευθύνουσας της Νοσηλευτικής αλλά και του Σωματείου Εργαζομένων προς το διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου και την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας.
Η λειτουργία των κλινικών του Δρομοκαΐτειου με αυτούς τους όρους, σημειώνουν, όχι μόνο δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα ασφαλές και σταθερό θεραπευτικό πλαίσιο, αλλά εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια εργαζομένων και ασθενών, σε μια χρονική συγκυρία που η ανάγκη για ένα τέτοιο καταφύγιο ψυχικής στήριξης είναι αυξημένη.
«Ο απεριόριστος αριθμός προσέλευσης και εισαγωγών απ’ όλη την επικράτεια, το 65% των οποίων είναι αναγκαστικές, τα μεγάλης βαρύτητας περιστατικά -πολυοργανικοί, καρκινοπαθείς, παράλυτοι, ποινικοί, ανήλικοι, μετανάστες, πεινασμένοι, άστεγοι κ.λπ.- οδηγούνται με “αυτοκτονικό ιδεασμό” στο ιατρείο ημερήσιας νοσηλείας του ιδρύματος, μετασχηματίζοντάς το σε μοντέρνο λοιμοκαθαρτήριο», λέει ο Χρήστος Τριανταφυλλίδης, διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου.
«Η υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση των φορέων Ψυχικής Υγείας είναι πλέον καθεστώς. Προ δεκαετίας, με δύο εφημερίες την εβδομάδα και 15 εισαγωγές ανά εφημερία, η αντοχή του Δρομοκαΐτειου ήταν οριακή. Σήμερα, αναγκάζεται να δεχτεί διπλάσιες σε αριθμό και βαρύτητα εισαγωγές, 25 ανά εφημερία, με το εναπομείναν προσωπικό και με σχεδόν ανύπαρκτη οικονομική στήριξη».
«Διεγερτικοί ασθενείς λόγω έλλειψης κλινών εισάγονται όπου να ‘ναι», λέει ο ίδιος, «με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό». «Ο μέσος όρος νοσηλείας οξέος περιστατικού ενώ ήταν δίμηνο, μετά βίας πλέον φτάνει τον μήνα, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε στο φαινόμενο “περιστρεφόμενης πόρτας”».
«Σε μια συνεχώς εξαθλιούμενη κοινωνία, όπου τα περιστατικά με ψυχικά προβλήματα έχουν πολλαπλασιαστεί, οι ψυχικά πάσχοντες βρίσκονται ξανά υπό κοινωνικό διωγμό», προσθέτει ο Χρ. Τριανταφυλλίδης, ο οποίος κάνει λόγο για «νέα «Κωσταλέξια» που κάνουν την επανεμφάνισή τους καθημερινά: «Με τη βοήθεια της αναγκαστικής νοσηλείας απιθώνονται στα ψυχιατρεία, και οι εισαγωγείς εξαφανίζονται».

«Ενα σιωπηρό έγκλημα»

Δρομοκαΐτειο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αττικής
Τον τελευταίο χρόνο συντελείται «ένα σιωπηρό έγκλημα, καθώς έχει κορυφωθεί η παραπομπή για νοσηλεία περιστατικών με τη συναίνεση και των εισαγγελέων απ’ όλη την Ελλάδα, σαν να είναι ανύπαρκτες οι ψυχιατρικές κλινικές του Πύργου, της Καλαμάτας, της Λαμίας, της Λάρισας, του Βόλου, της Λέρου κ.λπ.», επισημαίνει η Δώρα Κουτσανέλλου, ψυχολόγος, μέλος του Δ.Σ. σωματείου εργαζομένων Δρομοκαΐτειου.
«Αρκετοί συγγενείς επιλέγουν και προτιμούν τη μεθόδευση της νοσηλείας των δικών τους ανθρώπων σε ψυχιατρείο αντί για ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου, με απώτερο σκοπό την εγκατάλειψή τους. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που ενώ αιτούνται με τις καταθέσεις τους στον εισαγγελέα την αναγκαστική νοσηλεία των συγγενών τους, δεν αφήνουν τηλέφωνα, αλλάζουν διευθύνσεις ώστε να μην μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί τους».
Οι υποδομές ψυχικής υγείας στην επαρχία έχουν καταρρεύσει, τονίζει ο Χρ. Τριανταφυλλίδης. «Μόνο το Ψυχιατρείο Ρόδου/Λέρου έχει “ξεφορτωθεί” το τελευταίο εξάμηνο 15 χρόνιους ασυλικούς ασθενείς προς το κατάλληλο Δρομοκαΐτειο. Πριν από 50 χρόνια, το καράβι φόρτωνε ψυχασθενείς στου Σκαραμαγκά και ξεφόρτωνε στη Λέρο!», λέει χαρακτηριστικά.
Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής συσσώρευση ψυχικά πασχόντων ή «κοινωνικά δύσοσμων» αναξιοπαθούντων και εξαθλιωμένων ατόμων στους εναπομείναντες προνοιακούς θυλάκους της χώρας: τα καταργημένα ψυχιατρεία, απαξιωμένα ως νοσοκομεία, χωρίς οργανισμούς λειτουργίας ή πλάνο για το αύριο.
«Βιώνουμε τα τελευταία 5 χρόνια την πλήρη εγκατάλειψη, ενώ παράλληλα μέσα στον κοινωνικό ετούτο ορυμαγδό είμαστε υποχρεωμένοι να δεχόμαστε απεριόριστο αριθμό εισαγωγών, αλλά κυρίως πολλαπλάσιας βαρύτητας περιστατικά. Ολα τα κοινωνικά αποκαΐδια στοιβάζονται στο ψυχιατρείο, χωρίς προοπτική εξόδου. Αυτά ήταν, άραγε, τα σχέδια μετεξέλιξης ή μετασχηματισμού των ψυχιατρείων;» διερωτάται ο κ. Τριανταφυλλίδης.
«Ακόμη, εντύπωση προκαλεί σε όλους», αναφέρει ο γενικός γραμματέας του Σωματείου Εργαζομένων, Ιωσήφ Σίσκας, «η στάση του συντονιστικού κέντρου των ΕΚΑΒ (ΕΚΕΠΥ) που, ενώ συνεφημερεύει το “Αττικό”, παίρνει μόνο εκούσια περιστατικά, η πλειονότητα των οποίων τελικά παραπέμπονται στο Δρομοκαΐτειο, αλλά κι εκείνη των εισαγγελικών αρχών, που διοχετεύουν περιστατικά απ’ όλη την Ελλάδα στο νοσοκομείο και όχι στις κλινικές που λειτουργούν στην περιφέρεια, χωρίς να γίνει μάλιστα και οποιαδήποτε ενημέρωση πριν από την υλοποίηση των εισαγγελικών εντολών».
«Το ΕΚΕΠΥ πρέπει να αποκτήσει πραγματικό και δίκαιο συντονιστικό ρόλο και να μη συντονίζει η Εισαγγελία», τονίζει ο Χρ. Τριανταφυλλίδης. Μόλις 7 άδεια κρεβάτια μετρούσε μιάμιση ώρα μετά την έναρξη της εφημερίας, έχοντας συνολικά 155 κρεβάτια.
Δρομοκαΐτειο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αττικής
Ενα μεγάλο πρόβλημα του νοσοκομείου, λόγω των διαλυτικών επιπτώσεων των πολιτικών των τελευταίων ετών, με αποκορύφωμα τα διαδοχικά μνημόνια, είναι η υποστελέχωση. Η φθίνουσα πορεία, της τελευταίας δεκαετίας, του προσωπικού -κυρίως λόγω συνταξιοδότησης αλλά και μετακινήσεων-, δεν αντισταθμίστηκε με προσλήψεις, και το μνημονιακό σχέδιο που ήρθε στη συνέχεια απαιτούσε εδώ και τώρα κλείσιμο των ψυχιατρείων.
Η ανάγκη για μαζικές προσλήψεις προσωπικού όλων των ειδικοτήτων στο Δρομοκαΐτειο και σε ολόκληρο τον τομέα της Ψυχικής Υγείας είναι αδιαμφισβήτητη: από 45 γιατρούς προ δεκαετίας σήμερα έχει 25, ενώ οι υπόλοιποι εργαζόμενοι που ήταν 300, σήμερα είναι 180. Μαζί με την υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση: φέτος έχει μειωθεί κατά 100.000 ευρώ σε σχέση με πέρυσι, συνεχίζοντας την κατρακύλα της τελευταίας πενταετίας.
Παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι δεν φτάνουν για να καλύψουν τις ανάγκες της περίθαλψης των ψυχιατρικών ασθενών, η διοίκηση τους καλεί να καλύψουν διάφορες άλλες εργασίες, ηλεκτρολογικές, υδραυλικές κ.ο.κ.

«Δραματική κατάσταση»

Δρομοκαΐτειο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αττικής
«Η εντατικοποίηση φέρνει εξάντληση η οποία, με τη σειρά της, γίνεται επικίνδυνη», υπογραμμίζει η Ελένη Θέρμου, μέλος του Δ.Σ. του σωματείου εργαζομένων. «Η κατάσταση είναι δραματική. Δέκα χρόνια έχουμε να δούμε προσλήψεις. Εκτός από κάτι διάσπαρτες επικουρικές, που δεν μας βοηθάνε επί της ουσίας. Με το ζόρι βγαίνει να είναι δύο νοσηλευτές σε κάθε βάρδια· πολλές φορές η βάρδια γίνεται από έναν νοσηλευτή κι ένα άτομο που κάνει πρακτική». Την ίδια ώρα τα χρωστούμενα στους νοσηλευτές είναι 3 μήνες εξαιρέσιμα και 60-70 ρεπό στον καθένα.
Ταυτόχρονα, «έχουν περάσει 7-8 χρόνια από τον τελευταίο διορισμό ψυχιάτρου στο Δρομοκαΐτειο», επισημείνει ο Χρ. Τριανταφυλλίδης και τονίζει ότι οι αποχωρήσεις και οι συνταξιοδοτήσεις έχουν μειώσει τη δύναμη του προσωπικού κατά το 1/3, με αποτέλεσμα να λείπουν 17 ψυχίατροι: «Οι εναπομείναντες ψυχικά και σωματικά εξουθενωμένοι ψυχίατροι μάχονται και ελπίζουν να πληρωθούν τα καθυστερούμενα του 2014. Παράλληλα, για λόγους ανθρωπισμού και μόνο, προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανές και τις δομές που έχουν αναπτυχθεί -2 ΚΨΥ, 2 Οικοτροφεία, Ξενώνες, Διαμερίσματα κ.λπ.- σε όλη την Αττική».
«Η ψυχιατρική εν κατακλείδι», παρατηρεί ο Χρ. Τριανταφυλλίδης έχει καταστεί «αμυντική αντί θεραπευτική και βαίνει ταχύτατα σε ποινικοποίηση». Στο ιατρείο του Δρομοκαΐτειου, ασθενείς και λιγοστοί εφημερεύοντες κάθε φορά, σε πλήρη απόγνωση μάχονται, οι μεν να βγει η νύχτα στον μικρό στοιβαγμένο με αρρώστους χώρο, οι δε να βγει η βάρδια με ασφάλεια για όλους.
Ολα αυτά «υπό το υποκριτικό βλέμμα των ιθυνόντων κάθε βαθμίδας, τη λεοντή της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης και της ψυχικής υγείας. Ολα αυτά υπό την αιγίδα μιας πολιτείας διαχρονικά απούσας, που μετακυλίει την εξεύρεση κλίνης στον εφημερεύοντα, παντελώς ανίκανης να προστατεύσει στοιχειωδώς τον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο για να ασκηθεί ιατρική πράξη».
«Κανείς υπεύθυνος», όπως λέει ο διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου, «κανείς δεν ακούει τις κραυγές μας, λες και έχουν αφεθεί τα πάντα στην τύχη τους, λες και είμαστε θεατές σε ταινία τρόμου εκλιπαρώντας πότε θα τελειώσει».

«Το υπουργείο γνωρίζει, αλλά δεν κάνει τίποτα»

Δρομοκαΐτειο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αττικής
«Το Υπουργείο Υγείας γνωρίζει τα αδιέξοδα που έχουν κατασκευαστεί τόσα χρόνια με τις πολιτικές που έχουν ασκηθεί, αλλά στην πράξη δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική παρέμβαση, ούτε καν για τον καλύτερο συντονισμό και λειτουργία των υφιστάμενων υπηρεσιών», τονίζει η Μαρία Μακράκη, νοσηλεύτρια και α’ αντιπρόεδρος του σωματείου.
«Αντίθετα μάλιστα», προσθέτει η Δ. Κουτσανέλλου, «με παροιμιώδη προχειρότητα, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας έσπευσε να υιοθετήσει και να δημοσιεύσει σε ΦΕΚ ένα σχέδιο τομεοποίησης και διασύνδεσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, αλλοπρόσαλλο, διαλυτικό και καταστροφικό, που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση, παρά τις εκπεφρασμένες αντιρρήσεις των εργαζομένων που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τα προβλήματα. Από κύκλους του υπουργείου δηλώθηκε, μάλιστα, ότι σκοπεύουν σε λίγο καιρό να αποσύρουν τη σχετική Υπουργική Απόφαση και να προτείνουν νέο, καλύτερο σχέδιο, το οποίο επεξεργάζονται!»

Οι εργαζόμενοι προειδοποιούν

Εγκαταλείπονται οι πιο ευάλωτοι

Δρομοκαΐτειο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αττικής
Μέριμνα για ειδικές ομάδες πληθυσμού, που λόγω της ανθρωπιστικής κρίσης έχουν αφεθεί σχεδόν στην τύχη τους, αφού το όποιο προστατευτικό περιβάλλον έχει πλήρως εξανεμιστεί με αποτέλεσμα να παρατιούνται στα ψυχιατρεία, ζητούν οι εργαζόμενοι στο Δρομοκαΐτειο. Οπως αναφέρει στο έγγραφό του προς τη διοίκηση του νοσοκομείου ο διευθυντής Ιατρικής Υπηρεσίας, εγκαταλείπονται: • Ηλικιωμένοι πάσχοντες και ανοϊκοί. •Εξαρτημένοι, HIV και παραβατικοί. • Νοητικές υστερήσεις, αυτιστικοί κ.λπ. • Ψυχασθενείς χρόνιοι, απόλυτα εξαρτημένοι από γέροντες ετοιμοθάνατους ή θανόντες γονείς. • Πολυοργανικοί ασθενείς με ή όχι ψυχοπαθολογία. • Ανήλικοι με ψυχιατρικά προβλήματα από ηλικία 14 μέχρι 16 ετών, για τη νοσηλεία των οποίων δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο.

Αυτοψία στο ίδρυμα

Κατάλοιπα Μεσαίωνα

Δρομοκαΐτειο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αττικής
Ενάμιση αιώνα λειτουργεί το απέραντο, καταπράσινο Δρομοκαΐτειο. Μέχρι το 1987 λειτουργούσε ως άσυλο. Τότε άνοιξαν οι πόρτες του. Κατάλοιπα του Μεσαίωνα ωστόσο έχουν απομείνει. Είναι κάποιες εικόνες ταλαιπωρημένων ανθρώπων-ασθενών, με φθαρμένες πιτζάμες, που τα παντελόνια τους είναι φορεμένα μέχρι το στήθος, με βλέμματα χαμένα που έρχονται και ξανάρχονται να σε ρωτήσουν αν έχεις ψιλά να τους δώσεις.
«Κυρία, είμαι καλό παιδί, δεν έχω φάει τίποτα από το πρωί», πλησιάζει και μας λέει ο Βασίλης, ένας νεαρός περίπου 35 ετών. «Εχω ένα κουλούρι απ’ το φούρνο. Αν το θες...» «Ναι», λέει και το παίρνει και περπατάει, χωρίς να το φάει, γύρω γύρω από το ιατρείο. Λίγο αργότερα επιστρέφει για να πει και να ζητήσει το ίδιο. Κάποιοι συγγενείς που περιμένουν εκεί ενοχλούνται. Τον κοροϊδεύουν. Κατάλοιπο της νοοτροπίας του Μεσαίωνα κι αυτό.
«Κέρασε με εσύ ένα καφέ ή παράτα με. Θα σου πω εγώ αν μου ξαναζητήσεις», του λέει ένας άνδρας λίγο μεγαλύτερός του. Εκείνος φεύγει μακριά. Φύγαμε από τον προαύλιο χώρο και πήγαμε παρακάτω. Φωνές που μας θύμισαν εκείνες στο Δαφνί μάς οδήγησαν σε ένα διώροφο μεγάλο κτίριο. «Βελισσάριο» έγραφε η ταμπέλα απ’ έξω. Μπήκαμε μέσα. Δεν καταφέραμε να δούμε ποτέ τις ασθενείς που φώναζαν απεγνωσμένα πίσω από κλειστές πόρτες. Είδαμε, όμως, τον δεύτερο όροφο που λόγω έλλειψης προσωπικού, όπως μας εξήγησαν οι εργαζόμενοι, δεν φιλοξενούσε ασθενείς μέχρι πρότινος.
Τώρα τα ξημερώματα στήνονται τα κρεβάτια και μεταφέρονται ασθενείς για να μην είναι στοιβαγμένοι στο 24ωρο ιατρείο ή για να μην πεταχτούν στο κρατητήριο του αστυνομικού τμήματος. Και οι τρεις επιλογές, όμως, μοιάζουν τρομακτικές. Τα δωμάτια είναι φτιαγμένα προ ενάμιση αιώνα, έχουν λουκέτα στις πόρτες για να κλειδώνονται οι ασθενείς και τρύπες για να παρακολουθούνται απ’ έξω.
«Πέραν αυτών, οι καθηλώσεις των ασθενών και η πολυφαρμακία είναι κι εδώ μια πραγματικότητα απάνθρωπη», μας λέει η Δ. Κουτσανέλλου, απαντώντας σε σχετικό ερώτημά μας για το αν εφαρμόζεται το αναχρονιστικό ψυχιατρικό παράδειγμα. «Γίνεται, δυστυχώς, με την οδηγία γιατρού, αν ο ασθενής εκφράζει επιθετικότητα», περιγράφει η Μ. Μακράκη.
Φαίνεται πως δεν δικαιούται ο ψυχικά ασθενής στη χώρα μας να θεραπευτεί σ’ ένα περιβάλλον και με μεθόδους που δεν έρχονται σε σύγκρουση με τα δικαιώματά του.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Ψυχολόγοι έδιναν λευκή επιταγή για βασανιστήρια της CIA

πηγή: http://news.in.gr/world/article/?aid=1500011802

Ψυχολόγοι έδιναν λευκή επιταγή για βασανιστήρια της CIA
  (Φωτογραφία:  Associated Press )
Ουάσινγκτον

Οι κυβερνητικές υπηρεσίες «ήθελαν ανεκτικούς/επιεικείς κανόνες δεοντολογίας ώστε οι ψυχολόγοι τους να μπορούν να συνεχίσουν να συμμετέχουν σε αυτές τις βίαιες τεχνικές ανάκρισης», όπως ο εικονικός πνιγμός ή η στέρηση ύπνου, διευκρινίζεται στην 542 σελίδων έκθεση που δημοσιεύτηκε την Παρασκευή στην ιστοσελίδα της.
«Το κυριότερο κίνητρο της APA ήταν να ευθυγραμμιστεί με το υπουργείο Άμυνας και να αποσπάσει εύνοια. Υπήρχαν επίσης άλλα δύο κίνητρα: να δημιουργηθούν καλές σχέσεις μεταξύ τους και να συνεχίσει να αναπτύσσεται η ψυχολογία» στον στρατό.
Η επιτροπή Πληροφοριών της αμερικανικής Γερουσίας δημοσίευσε τον Δεκέμβριο μία έκθεση στην οποία κατέγραφε λεπτομερώς τη βαναυσότητα αυτών των ανακριτικών μεθόδων, όπως η διοχέτευση υγρών από τον πρωκτό ή οι ξυλοδαρμοί που χαρακτηρίζονται ως βασανιστήρια από τις οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και χρησιμοποιήθηκαν από τη CIA σε υπόπτους που φέρεται να ήταν μέλη του ισλαμιστικού δικτύου Αλ Κάιντα μετά την 11η Σεπτεμβρίου.
Ο διευθυντής δεοντολογίας της APA, Στέφεν Μπένκε, εργάστηκε μαζί με έναν ψυχολόγο του στρατού για να συντάξουν τα ανακοινωθέντα και εξασφάλισε ένα συμβόλαιο από το Πεντάγωνο για να εκπαιδεύσει τους στρατιωτικούς που θα έπρεπε να διενεργήσουν τις ανακρίσεις
Όμως, αυτός ο αξιωματούχος της APA δεν είχε ενημερώσει την ένωση για τη δουλειά του στο Πεντάγωνο.
Σύμφωνα με την έρευνα, δύο πρώην πρόεδροι της APA είχαν παρακαθήσει στις επιτροπές της CIA και ο ένας από αυτούς δήλωσε στην υπηρεσία κατασκοπείας πως δεν θεωρεί ότι η στέρηση ύπνου συνιστά βασανιστήριο.
Η APA απολογήθηκε και δήλωσε πως θα αναθεωρήσει την πολιτική της, απαγορεύοντας κυρίως στους ψυχολόγους της να συμμετέχουν άμεσα στις ανακρίσεις.
«Η ένωσή μας δεν είχε την πρόθεση να επιτρέψει βίαιες τεχνικές ανάκρισης ή να συμμετάσχει στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά αυτό ήταν το αποτέλεσμα» δήλωσε η Ναντίν Κάσλοου, η οποία παρήγγειλε την έκθεση.
«Απολογούμαστε για αυτή τη συμπεριφορά και τις συνέπειες που είχε» ανέφερε η APA.
To 2005, μία ομάδα εργασίας της APA είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρξαν δεοντολογικές παραβιάσεις όσον αφορά τη συμμετοχή των ψυχολόγων της στις λεγόμενες «εξαναγκαστικές» τεχνικές ανάκρισης της κυβέρνησης.
Κι όμως, ο Μπένκε είχε «συμμετάσχει παρασκηνιακά στα συμπεράσματα αυτής της ομάδας εργασίας» διευκρινίζεται στην έκθεση.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις αντιτιθέμενων σε αυτές τις τεχνικές που παρατίθενται στην έκθεση, οι αποφάσεις της APA ελήφθησαν «με πρόθεση να βοηθήσουν την κυβέρνηση να διαπράξει βασανιστήρια».

Αυτοί οι δεοντολογικοί κανόνες «έδωσαν προτεραιότητα στην προστασία των ψυχολόγων έναντι εκείνης του κοινού».

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ (Με, κατ΄ εξαίρεσιν, «αίσιο τέλος»)



Μια ιστορία που αξίζει ν’ ακουστεί, να γίνει γνωστή, η ιστορία ενός ανθρώπου που διατρέχει όλες των ποικίλων ειδών σύγχρονες συμπληγάδες (οι οποίες εξοντώνουν χιλιάδες καθημερινά) καταφέρνοντας, στο τέλος, να φτάσει στην δική του «Ιθάκη», εξόριστη και αυτή από τον τόπο καταγωγής σε μιαν άλλη και κατ΄ ουδένα τρόπο φιλόξενη ήπειρο. Μια ιστορία στην οποία διαπλέκονται η σύγχρονη μοίρα του μετανάστη και του πρόσφυγα στην προσπάθειά του να περάσει τα σύνορα προς την Ευρώπη του «Διαφωτισμού» (προσδοκώντας να βρει την στοιχειωδώς φιλόξενη υποδοχή και αναγνώριση των πάλαι ποτέ «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» εντός αυτής), με αυτή του ατόμου με ψυχιατρική εμπειρία, ή με ποικίλων ειδών αναπηρίες, του κατ΄ αναλογίαν «μετανάστη που διασχίζει τα σύνορα της κατεστημένης κανονικότητας», για να εναποτεθεί στη δικαιοδοσία, πλέον, των εντεταλμένων προς τούτο κυρίαρχων θεσμών.
Ο Ziad περιφερόταν στους δρόμους της Αθήνας, απ΄ όπου, τον Νοέμβρη του 2013, τον «μάζεψε» η αστυνομία, καθώς δεν μιλούσε, δεν επικοινωνούσε, είχε παράξενη συμπεριφορά και αυτονόητα τον έφερε, πού αλλού, στο Δαφνί, ενεργοποιώντας διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας. Πέρασαν μήνες χωρίς να ξέρουμε το όνομα του, από πού ήταν, δεν μιλούσε παρά ελάχιστα, με «ακατάληπτες» λέξεις, αλλά σχεδόν πάντα, στα στοιχειώδη της άμεσης επικοινωνίας, για το εδώ και τώρα, καταλάβαινε ό,τι του λέγαμε, ενώ εκείνος, με εκφραστικές και ακριβείς χειρονομίες, μας υποδείκνυε τι ήθελε (καφέ, γλυκό, νοιάξιμο, στοργή). Μια ιδιαίτερη συνήθειά του ήταν να θέλει να ακουμπάει τον άλλο, όλους τους άλλους, εν είδει χαδιού - και το περιβάλλον του ψυχιατρείου δεν ήταν πάντα σε θέση να καταλάβει και ν΄ αποδεχτεί αυτή την ανάγκη του «ν΄ ακουμπήσει τον άλλο». Στα επίσημα έγγραφά μας, «κινητικές στερεοτυπίες», «διαταραχές εκπομπής του λόγου», «εξαρτητική συμπεριφορά», «μειωμένη αυτοφροντίδα».
Το μόνο που, σ΄ όλο αυτό διάστημα, καταφέραμε να μάθουμε ήταν ότι είχε νοσηλευτεί για δύο μήνες (Αύγουστος-Οκτώβριος 2012) στη Νευρολογική του νοσοκομείου Νικαίας όπου του είχαν γίνει κάποιες εξετάσεις (που είχαν δείξει «αποτιτανωμένη δυσπλασία αριστερού κροταφικού λοβού») και απ΄ όπου μια μέρα ξαφνικά έφυγε και χάθηκε στους δρόμους. Και είναι ενδιαφέρον ότι ένας άνθρωπος στην κατάσταση του (22χρονου τότε) Ziad περιφερόταν για πάνω από ένα χρόνο στους δρόμους της Αθήνας χωρίς να υποπέσει σε κανενός την προσοχή ότι έχρηζε βοήθειας αλλά, το πιο σημαντικό, και έχοντας καταφέρει να επιβιώσει.
Η κατάσταση προχωρούσε στην κατεύθυνση μιας «αναμονής χωρίς προσδοκίες» μέχρις ότου, μετά έξη μήνες, κάποιοι από την κουρδική κοινότητα που τον έψαχναν, πέρασαν και από το Δαφνί και ρωτούσαν γι΄ αυτόν. Και το πιθανότερο είναι ότι θα έφευγαν και από εδώ άπρακτοι αν εκείνη τη στιγμή, τελείως τυχαία, δεν περνούσε από το σημείο όπου ρωτούσαν, ένας νοσηλευτής από το 9ο ΨΤΕ (όπου νοσηλευόταν ο Ziad) ο οποίος άκουσε την περιγραφή που έκαναν και αμέσως τους ενημέρωσε ότι ο Ziad ήταν εκεί.
Τότε έγινε γνωστό ποιος ήταν, το όνομά του, ότι ήταν Κούρδος από τη Συρία με την οικογένειά του να βρίσκεται στη Γερμανία, να τον ψάχνει και να θέλει με κάθε τρόπο να τον έχει κοντά της. Μια ιστορία που, στην ολότητά της, μας έγινε γνωστή μόλις φέτος, στα τέλη του Ιουνίου 2015, όταν ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες που επέτρεψαν σε συγγενείς του να έλθουν για τον πάρουν, επιτέλους, στη Γερμανία.
Ο Ziad προερχόταν από το Κομπάνι. Τότε, ακόμα κι΄ αν μας το είχαν πει, οι περισσότεροι δεν θα ξέραμε τι είναι το Κομπάνι. Σήμερα… ξέρουμε. Ηταν ένα από το 8 παιδιά μιας οικογένειας (ο πατέρας είχε πεθάνει αμέσως μετά την γέννηση του τελευταίου παιδιού) που είχε αρχίσει, πριν τρία χρόνια, εν μέσω των αιματηρών συγκρούσεων στη περιοχή, να παίρνει το δρόμο της προσφυγιάς. Τα ένα μετά το άλλο, τα περισσότερα από τα αδέλφια κατάφεραν βρεθούν στη Γερμανία. Ο Ziad, που είχε επιληπτικές κρίσεις από ηλικίας 2 ετών (και ενώ αρχικά μιλούσε και επικοινωνούσε κανονικά, όσο περνούσαν τα χρόνια, η ομιλία του γινόταν όλο και πιο δύσκολη) ήταν εκείνο από τα αδέλφια που η μητέρα, ακολουθώντας τα περισσότερα από τα παιδιά της, αποφάσισε να πάρει μαζί της φεύγοντας και αυτή με προορισμό τη Γερμανία, περνώντας από την Τουρκία και μετά από την Ελλάδα. Ηταν εδώ που συνελήφθη ως «χωρίς χαρτιά» και κρατήθηκε. Με τους συνήθεις τρόπους, αυτούς ακριβώς που γεννά η ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισης των μεταναστών και των προσφύγων, έγινε δυνατό o Ziad να παραληφθεί από κάποιον «κύριο» και να καταφέρει να φτάσει στην Ιταλία απ΄ όπου ο εν λόγω «κύριος» τηλεφώνησε στους συγγενείς του ζητώντας περισσότερα χρήματα για να τον μεταφέρει μέχρι την Γερμανία. Οταν του λέχθηκε ότι είχαν εξαντληθεί και οι τελευταίες οικονομίες τους και ότι δεν υπήρχαν άλλα χρήματα, ο εν λόγω «κύριος» άφησε το Ziad στο αεροδρόμιο και εξαφανίστηκε. Εκεί τον βρήκαν οι εξίσου «φιλόξενες» ιταλικές αρχές και τον επέστρεψαν στην «χώρα εισόδου» ως «παράνομο μετανάστη». Από το σημείο αυτό η οικογένεια έχασε τα ίχνη του και άρχισε να τον ψάχνει και είναι από εκείνη την περίοδο που βρέθηκε εγκαταλειμμένος στους δρόμους της Αθήνας και εν συνεχεία στο Δαφνί. (Η μητέρα του κατάφερε κάποια στιγμή να περάσει και αυτή στην Γερμανία, αλλά χωρίς, φυσικά, τον Ziad, που τον είχε χάσει).
Όταν έγινε γνωστό ποιος ήταν και υπήρξαν, μέσω των συγγενών πλέον, τα στοιχεία που τον ταυτοποιούσαν, ανέλαβε την υπόθεση κοινωνική λειτουργός του 9ου μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του ΥΠΡΟΠΟ. Μια απίστευτη γραφειοκρατία κράτησε, για (άλλους) έξη μήνες, την όλη υπόθεση της επανασύνδεσης του Ziad με τη οικογένειά του στη Γερμανία, στο «ψυγείο», ζητώντας να υπάρξει αίτηση από τον ίδιο, αρνούμενη την ανάληψη της υπόθεσης από τις υπηρεσίες του ψυχιατρείου (όπως τους προτάθηκε, αφού ξέραμε πια ποιος ήταν), αλλά ακόμα και από την οικογένειά του, που ήταν ανά πάσα έτοιμη να έλθει να κάνει όλες τις αναγκαίες ενέργειες και να τον παραλάβει. Τι πιο φυσικό να έλθει η μητέρα να πάρει το παιδί της, ή ο αδελφός τον αδελφό του. Όχι… σύμφωνα με τους γραφειοκράτες που λειτουργούν στην λογική της απόρριψης και όχι της διευκόλυνσης των αιτημάτων ασύλου και της επανένωσης των οικογενειών, έπρεπε ίδιος ο Ziad, στην κατάσταση που ήταν, να κάνει αίτηση και, αν δεν μπορούσε, να οριστεί δικαστικός συμπαραστάτης που θα ενεργούσε εξ΄ ονόματος αυτού. Όχι γιατί θα τον ήξερε, θα ενδιαφερόταν και θα ενεργούσε για την προστασία του, αλλά για να υπάρχει κάτι το απλώς γραφειοκρατικά προβλεπόμενο. Αλλά ο ορισμός δικαστικού συμπαραστάτη απαιτούσε διαδικασίες, απαιτούσε να βρεθεί ένα άτομο στα πλαίσια ενός φορέα, οικονομικά μέσα για τα δικαστικά έξοδα, καθώς και χρόνο μέχρις ότου καταστεί δυνατός.
Όχι μόνο από υπαλλήλους στην Υπηρεσία Ασύλου, αλλά ακόμα και από την Γραμματεία Δικαστικής Συμπαράστασης υπήρξε μια σαφής προφορική δήλωση ότι «η Υπηρεσία Ασύλου θα μπορούσε μαζί μας, για αυτό και μόνο το περιστατικό, να συνεργαστεί διαφορετικά». Αλλά οι εντεταλμένοι του Δουβλίνου προϊστάμενοί ήταν ανένδοτοι.
Τελικά, τον Νοέμβρη του 2014 η υπόθεση ανατίθεται στην ΜΚΟ «Κέντρο Συμπαράστασης Παλιννοστούντων και Μεταναστών - Οικουμενικό Πρόγραμμα Προσφύγων» (ecclesia.gr) για την προώθηση των διαδικασιών για ορισμό δικαστικού συμπαραστάτη, Και εδώ υπήρξε αρχικά πρόβλημα καθώς δεν υπήρχαν τα οικονομικά μέσα για την χρηματοδότηση της όλης διαδικασίας, κάτι που έγινε δυνατό, ύστερα
από επίμονες και εργώδεις προσπάθειες, να παρακαμφθεί.
Είναι μόνο χάρη στις κοινές προσπάθειες, από εδώ και πέρα, της κοινωνικής λειτουργού του 9ου ΨΤΕ, με την δικηγόρο (της ως άνω ΜΚΟ) η οποία ανέλαβε τελικά ως δικαστική συμπαραστάτης, που επιταχύνθηκαν οι αρχικά εμφανιζόμενες ως αμετακίνητος τοίχος διαδικασίες και έγινε δυνατόν ο Ziad να επιστρέψει, την 1η Ιούλη στην οικογένειά του, που ζει στην Βρέμη της Γερμανίας. Ενας αδελφός του, μαζί με τη γυναίκα του, που όλη αυτή την περίοδο ήταν σε επαφή και συνεργασία με τις προσπάθειες που γίνονταν εδώ, ήλθαν και τον παρέλαβαν από το 9ο ΨΤΕ.
Ο Ziad, που μιλούσε όλο και λιγότερο και εμφανιζόταν, όσο περνούσε ο καιρός, όλο και πιο «αποδιοργανωμένος», μίλησε μαζί τους πολύ περισσότερο. Μίλησε στη μητρική του γλώσσα του. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν ήταν ο χαμένος, ο παράξενος,. Είχε τη θέρμη και τη χαρά αυτού που ξαναβρήκε και αναγνώρισε την οικογένειά του. Χρειάστηκε να φιλοξενηθεί για ενάμιση χρόνο στο Δαφνί, αν και δεν είχε ανάγκη ψυχιατρικής νοσηλείας, γιατί αν δεν γινόταν αυτό, θα είχε οριστικά χαθεί στους δρόμους, στο όνομα των κυρίαρχων κανόνων που ορίζουν ποιοί χωράνε σ΄ αυτούς και ποιοί δεν χωράνε και έτσι εξοβελίζονται στον χώρο των «ανάξιων να ζουν».
Η ιστορία αυτή μιλάει για όλα όσα αυτή τη στιγμή συγκροτούν και διέπουν το σύστημα αντιμετώπισης των μεταναστών και των προσφύγων, όχι μόνο γι΄ αυτούς που το σύστημα αυτό πνίγει στα νερά της Μεσογείου, αλλά και για αυτούς που υποτίθεται ότι γλύτωσαν τον πνιγμό στην θάλασσα για να αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό πνιγμό των στρατοπέδων, του ρατσισμού, της κοινωνικής απόρριψης. Μιλά για την απανθρωποποιημένη Ευρώπη με τους διάσπαρτους φράχτες και τα υψωμένα σύνορα, αλλά και για την, συνήθως αφανή, καθημερινή δουλειά κάποιων λειτουργών εντός των υπαρχόντων (ακόμα) υπηρεσιών που, βάζοντας τον άνθρωπο (το «ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο») και τις ανάγκες του ως προτεραιότητα της δουλειάς τους, μπορούν, ενίοτε, να υπερβαίνουν και ν΄ ανοίγουν δρόμους μέσα, και πέρα, από τα σύνορα αυτά.

7 Ιουλίου 2015

Θ. Μεγαλοοικονόμου