Συσπειρωση

Συσπειρωση

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Δελτίο Τύπου Συγχώνευση με τα Κέντρα Πρόληψης προτείνει η ηγεσία του ΟΚΑΝΑ

ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ
ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ
18/01/2017
Δελτίο Τύπου
Συγχώνευση με τα Κέντρα Πρόληψης προτείνει η ηγεσία του ΟΚΑΝΑ
Απ’ το κακό στο χειρότερο βυθίζεται η διαβούλευση για τη συγκρότηση θεσμικού πλαισίου των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας.
Όπως επισημάναμε με Δελτίο Τύπου της 21/12/2016, το Υπουργείο Υγείας κάλεσε σε συγκρότηση της σχετικής ομάδας εργασίας χωρίς να έχει επίσημη πρόταση και χωρίς να αποκτήσει κάποια, στο τρίμηνο των συνεδριάσεων.
Και τώρα, τον Ιανουάριο του 2017, απ’ ευθείας στο σχέδιο πορίσματος της ομάδας εργασίας κατατίθεται ετεροχρονισμένη απόφαση του Δ.Σ. του ΟΚΑΝΑ (με ημερομηνία 20/09/2016…), με την οποία προτείνεται η συγχώνευσή του με τα Κέντρα Πρόληψης, με την ηγεμονικής χροιάς επονομασία «ένταξη των Κέντρων Πρόληψης στον ΟΚΑΝΑ».
Ο ΟΚΑΝΑ ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τη χορήγηση υποκαταστάτων σε ήδη  εξαρτημένους από οπιοειδή. Τα 75 Κέντρα Πρόληψης εστιάζουν στην καθολική πρόληψη, δηλαδή στην ολιστική παρέμβαση επί των αιτίων που γεννούν κάθε μορφής εξάρτηση,  πριν την εκδήλωσή της, με έμφαση στην κοινοτική δουλειά. Μετά από πολλά χρόνια μιας πολλαπλά βεβαρημένης «συνεργασίας» μεταξύ του ΟΚΑΝΑ και των Κέντρων Πρόληψης, η ηγεσία του ΟΚΑΝΑ προτείνει επίσημα ως λύση στο πρόβλημα μια «Αυτοκρατορία των παραισθήσεων».
Λυπούμαστε γι’ αυτήν την από πλευράς ηγεσίας του ΟΚΑΝΑ τριπλή έλλειψη ψυχραιμίας, αυτοκριτικής και διάθεσης συμβολής στην ισότιμη ανάπτυξη των διαφορετικών φιλοσοφιών αντιμετώπισης των εξαρτήσεων για το καλό του ανθρώπου και της κοινωνίας, στις σημερινές δύσκολες, απαιτητικές συνθήκες.
Παροτρύνουμε την ηγεσία του ΟΚΑΝΑ να διαβάσουν τουλάχιστον το κεφάλαιο ΣΤ΄ του βιβλίου μας «Κοινότητα, Πρόληψη των Εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», που καταθέσαμε στην ομάδα εργασίας ως επιστημονική τεκμηρίωση της πρότασής μας για αυτόνομο, ενιαίο φορέα των Κέντρων Πρόληψης – ελεύθερα διαθέσιμο στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html   
Οι συνάδελφοί μας στις υπόλοιπες δομές αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, που μαζί παλεύουμε διαχρονικά για ανατροπή των ποικίλων και πολυώνυμων σεναρίων συγχώνευσης φορέων/προσεγγίσεων σε ομοιόμορφη μάζα, η επιστημονική κοινότητα και οι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που υπηρετούμε από το ιδιαίτερο μετερίζι της πρόληψης, ας βγάλουν συμπεράσματα.
Το Δ.Σ. του Σωματείου

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ NOVARTIS ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΟ-ΦΑΡΜΑΚΟ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ



Χρειάστηκε να ξεσπάσει το «σκάνδαλο» με τη Novartis για να έλθουν στο κέντρο της προσοχής και να πάρουν δημοσιότητα και σ΄ αυτή τη χώρα (άραγε για πόσο χρονικό διάστημα;) οι λεγόμενες «αθέμιτες» πρακτικές βάσει των οποίων λειτουργεί η διεθνής (αλλά και η εγχώρια) φαρμακοβιομηχανία.
Πρακτικές που εδώ και δεκαετίες έχουν πάρει μεγάλη δημοσιότητα διεθνώς, μέσα από τις αποκαλύψεις για το πώς δομείται και λειτουργεί η «κακοήθης σχέση» ανάμεσα σε φαρμακευτικές εταιρείες, ερευνητικά κέντρα, πανεπιστήμια, ιατρική κοινότητα και κράτος, με αποτέλεσμα την χειραγώγηση, αφενός της αγοράς (προώθηση/απόσυρση, τιμολόγηση φαρμάκων κλπ) και αφετέρου των ερευνητικών δεδομένων που μας πλασάρουν για τις ενέργειες και παρενέργειες των φαρμάκων, τα οποία είναι από ερευνητικές διαδικασίες ελεγχόμενες και χρηματοδοτούμενες από τις ίδιες τις εταιρείες.
Λόγω αυτών των καθιερωμένων πρακτικών τους, όλες σχεδόν οι φαρμακοβιομηχανίες, η μια πίσω από την άλλη, έχουν βρεθεί, μετά από καταγγελίες, αποκαλύψεις κλπ, στα δικαστήρια, που συχνά τους έχουν επιβάλλει τεράστια πρόστιμα, ενίοτε δισεκατομμυρίων. Αλλά η πληρωμή αυτών των προστίμων είναι μέσα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των φαρμακοβιομηχανιών, καθώς η κερδοφορία τους είναι πολύ υψηλότερη και μπορεί να επιτυγχάνεται ακριβώς μέσω αυτών των «αθέμιτων» πρακτικών που έχουν, ως «ελαφρά παρενέργεια», αυτά τα πρόστιμα.
Γι΄ αυτό και η δήλωση του Υπουργού Υγείας Α. Ξανθού σχετικά με το «σκάνδαλο» που αποκαλύφθηκε, ότι «η απάντηση είναι : διαπραγμάτευση τιμών αποζημίωσης, διαφανές και δίκαιο σύστημα τιμολόγησης, έλεγχος ζήτησης και θεσμικές δικλείδες ασφαλείας, όπως δημοσίευση των συναλλαγών των φαρμακευτικών εταιρειών με γιατρούς κλπ», πέρα από ένα ευχολόγιο διαχειριστών του μνημονίου, είναι, πρωτίστως, αποφυγή του προβλήματος.
Γιατί, εκτός από το γεγονός ότι η αποκάλυψη του «σκανδάλου» δεν προέκυψε (και ούτε επρόκειτο ποτέ να προκύψει) από τον όποιο εγχώριο φορέα, αλλά από τη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, ο λόγος για τον οποία έγινε αυτή η έξωθεν παρέμβαση, δεν αφορούσε, γενικά και αφηρημένα, τα θέσφατα, που επικαλούνται, της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης για τον «υγιή ανταγωνισμό» και για τους «κανόνες κερδοφορίας της ελεύθερης αγοράς», αλλά γιατί η Ελλάδα είναι μεταξύ των τριών ευρωπαϊκών χωρών όπου οι τιμές των φαρμάκων διαμορφώνουν τον μέσο όρο από τον οποίο συγκροτείται ο δείκτης τιμολόγησης για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Και οι δραστηριότητες κερδοφορίας της Novartis είχαν ως αποτέλεσμα αλλαγές προς όφελός της σε σχέση την διαμόρφωση των τιμών. Αρα, πρόκειται για μιαν αντιπαράθεση που έχει να κάνει με τον πόλεμο των μονοπωλίων μεταξύ τους και όχι για μια κίνηση που αποσκοπεί στην όποια «προστασία των καταναλωτών».
Με τις αποκαλύψεις για χειραγώγηση και διαφθορά να βγαίνουν ως παρενέργεια και όχι ως σκοπός – που, μάλιστα, χρησιμοποιούνται ως ένα μέσο για την αναπαραγωγή και την διαιώνιση του κυρίαρχου συστήματος και όχι, φυσικά, για την αλλαγή του.
Γιατί, αν και το φάρμακο είναι ένα κατ΄ έξοχήν «κοινωνικό αγαθό», ωστόσο, ποτέ, στον καπιταλιστικό κόσμο, η παραγωγή και η εμπορική διάθεσή του δεν ήταν στα χέρια του κράτους, ούτε η σχετική έρευνα στα χέρια των πανεπιστημίων ως ανεξάρτητων φορέων. Γινόταν, πάντα, από ιδιωτικές επιχειρήσεις (σήμερα μερικές από αυτές είναι από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές παγκοσμίως) με κίνητρο το κέρδος.
Μόνο όποιος εθελοτυφλεί, δεν μπορεί να δει τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η νομοτελειακή ανάγκη της κάθε φαρμακοβιομηχανίας να προωθήσει το προϊόν της και να κερδίσει από αυτή την προώθηση. Και όχι απλώς να κερδίσει, αλλά και να εξάγει ένα αυξημένο ποσοστό κέρδους σε σχέση με το κεφάλαιο που έχει επενδύσει. Είναι επόμενο ότι, όπως συμβαίνει σε κάθε καπιταλιστική εταιρεία, θα γίνει η κάθε δυνατή προσπάθεια να πεισθεί ο καταναλωτής για την ποιότητα του προϊόντος και ότι θα χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατό μέσο επηρεασμού της «επιλογής» του, θεμιτό και αθέμιτο.
Το γεγονός ότι μεσολαβούν ελεγκτικοί μηχανισμοί για την καταλληλότητα του φαρμάκου, τις παρενέργειές του και τους κινδύνους από τη χρήση του (έτσι ώστε να δοθεί ή όχι άδεια κυκλοφορίας με συγκεκριμένες, κάθε φορά, ενδείξεις), δεν αποτελεί ασφάλεια για τον καταναλωτή, δεδομένου ότι η φαρμακευτική εταιρεία έχει τα μέσα να επηρεάζει όχι μόνο την έρευνα και την παραγωγή επιστημονικών εργασιών, που επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, ελαχιστοποιώντας ή και αποκρύπτοντας τις παρενέργειες και τους κινδύνους, αλλά και τους ίδιους τους ελεγκτικούς / αδειοδοτικούς μηχανισμούς, μέσα από ένα πολυδαίδαλο δίκτυο διαπλοκής και διαφθοράς, που υφαίνεται γύρο από τα τεράστια κονδύλια των εταιρειών για δωροδοκία και εξαγορά όλων των κομβικών σημείων στην διακίνηση και προώθηση του φαρμάκου – με πρώτους, μια μεγάλη μερίδα, την πλειονότητα γιατρών.
Οσοι κάνουν σήμερα, τελείως υποκριτικά, τον «έκπληκτο» για την υπόθεση Novartis, δεν ξέρουν ότι δεν υπάρχει ιατρικό συνέδριο που να μη χρηματοδοτείται από φαρμακευτικές εταιρείες, συχνά σε πεντάστερα ξενοδοχεία σε ειδυλλιακές βουνοκορφές ή ακροθαλασσιές, με όλα τα έξοδα των συμμετεχόντων πληρωμένα και, σε ορισμένους, «κάτι παραπάνω» για τις «περαιτέρω» υπηρεσίες που προσφέρουν στις φαρμακευτικές εταιρείες; Δεν ξέρουν για την καθημερινή πολιορκία των νοσοκομείων και όλων γενικά των μονάδων υγείας, από τους ιατρικούς επισκέπτες των εταιρειών, με στόχο κυρίως τους γιατρούς, αλλά, ενίοτε, και άλλες ομάδες του προσωπικού που έχουν σχέση την διακίνηση του φαρμάκου; Ότι μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης των ειδικευομένων έχει περάσει στα χέρια των φαρμακευτικών εταιρειών, που επιχειρούν, έτσι, να πλάθουν, ήδη από την αρχή, την κουλτούρα, τη νοοτροπία και το προφίλ του γιατρού, που υποθέτουν ότι θα βγει «έτοιμος», κομμένος και ραμμένος στα μέτρα των αναγκών προώθησης των προϊόντων τους;
Ας αναρωτηθούμε : γιατί χρειάζεται το φάρμακο να πλασάρεται μέσα από την άμεση επαφή γιατρών και αντιπροσώπων των εταιρειών; Γιατί δεν θ΄ αρκούσε στους γιατρούς η αποστολή ενός ενημερωτικού φυλλαδίου με ό, τι η εταιρεία θα ήθελε να γνωστοποιήσει για το φάρμακό της;
Κι΄ ακόμα : δεν έχουν ακούσει οι εδώ κρατούντες για το διεθνές φαινόμενο των ghost writers (συγγραφέων – φαντασμάτων) και των «εταιρειών συγγραφής» επιστημονικών εργασιών, που ανακοινώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύονται και διανέμονται, χρηματοδοτούμενες και κατευθυνόμενες από τις φαρμακευτικές εταιρείες και στις οποίες βάζουν τα ονόματα τους με το αζημίωτο, γνωστοί επιστήμονες, πανεπιστημιακοί και άλλοι;
Η υπόθεση Novartis δεν είναι παρά μια μικρή σχισμή στο κέλυφος που καλύπτει την λειτουργία του γνωστού ως βιο-φαρμακο-βιομηχανικού συμπλέγματος, του οποίου η παραμικρή, έστω, αλλά ουσιαστική αμφισβήτηση, προϋποθέτει ότι κατανοούμε πώς πραγματικά υπάρχει και λειτουργεί, πώς διαμορφώνει το σύστημα υγείας (καθώς και την ίδια την έννοια της υγείας) και καθορίζει τις ζωές μας.
Οσο η παραγωγή του φαρμάκου παραμένει στα χέρια των ιδιωτικών εταιρειών, όσο το φάρμακο παραμένει εμπόρευμα και αντικείμενο κερδοφορίας, αυτή η κατάσταση δεν θ΄ αλλάξει.
Θ. Μεγαλοοικονόμου


-

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΗΘΕΝ «ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ» ΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ




Το υπό «διαβούλευση» προεδρικό διάταγμα για την ένταξη του ψυχιατρείου κρατουμένων Κορυδαλλού (ΨΚΚ) στο ΕΣΥ, που πλασάρεται ως αναβάθμιση των παρεχόμενων από αυτό «υπηρεσιών», φαίνεται να περνάει και αυτό, όπως πολλά άλλα, ενώ μέσω του ορυμαγδού των εγχώριων και των διεθνών πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, χωρίς να γίνεται αντικείμενο της δέουσας προσοχής, χωρίς καμιά συζήτηση. Προβάλλεται σαν μια βελτιωτική ρύθμιση, ενώ, στην πραγματικότητα, προωθεί την θέσμιση ενός νέου κατασταλτικού βραχίονα του κράτους, που προετοιμάζεται εδώ και αρκετό καιρό. Με την επιστημονική διεύθυνση να ανατίθεται στο ψυχιατροδικαστικό τμήμα της Β’ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής Κλινικής του Αττικού νοσοκομείου.
Η τελευταία φορά που είχα επισκεφθεί αυτό το χώρο, ύστερα από αίτημα κρατούμενου ασθενούς, ήταν το 2014. Και αυτή τη φορά, όπως όλες τις προηγούμενες, δεν μου επιτράπηκε ν΄ ανέβω τη σκάλα που οδηγούσε στο χώρο όπου «νοσηλεύονταν», σε συνθήκες διπλού ή και τριπλού εγκλεισμού, δεκάδες κρατούμενοι με προβλήματα ψυχικής υγείας. Η συνομιλία με τον ασθενή έπρεπε πάντα να γίνεται στο ισόγειο, σ΄ ένα χώρο που έσταζε λίγδα. Η μόνη διαφορά, σε σχέση με τις επισκέψεις μου τα προηγούμενα χρόνια, ήταν ότι, σ΄ αυτό το ισόγειο, ο διάδρομος ήταν τώρα φρεσκοβαμμένος και πίσω από τις πόρτες υπήρχαν γραφεία, φαρμακείο κλπ. Σ΄ ένα από τα γραφεία που μας παραχωρήθηκε για να γίνει η συνομιλία, υπήρχαν ιατρικοί φάκελοι, σε ράφια στον τοίχο, τους οποίους τηρούσε, ήδη από τότε, η εν λόγω ψυχιατροδικαστική ομάδα.
Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει «ψυχιατρείο φυλακών» (ο ένας εγκλεισμός μέσα στον άλλο) και επομένως, το εν λόγω διάταγμα δεν θα έπρεπε να αποβλέπει στην βελτίωση του υπάρχοντος, αλλά στην κατάργησή του. Οι κρατούμενοι έχουν (θα έπρεπε να έχουν), όπως όλοι, το αναφαίρετο δικαίωμα στην υγεία (και στην  ψυχική υγεία) και στην αντιμετώπιση των όποιων σχετικών αναγκών προκύπτουν στις κατάλληλες υγειονομικές υπηρεσίες (νοσοκομεία κλπ), ενώ, ταυτόχρονα, θα έπρεπε να υπάρχει η δυνατότητα για παρέμβαση εντός των φυλακών των  όποιων εκάστοτε αναγκαίων υπηρεσιών.
Εν προκειμένω, βέβαια, παίζει ρόλο και η ανάγκη των κρατούντων να κάνουν οικονομία σε προσωπικό, καθώς για έναν κρατούμενο νοσηλευόμενο σε δημόσιο νοσοκομείο χρειάζονται 6 φύλακες ημερησίως (δυο ανά βάρδια). Συνήθως πρόκειται για γυναίκες, γιατί το ΨΚΚ είναι μέρος του τμήματος ανδρών των φυλακών και δεν είχε ποτέ χώρο για γυναίκες κρατούμενες με πρόβλημα ψυχικής υγείας. Μια άλλη παρενέργεια της νοσηλείας, υπό φύλαξη, κρατουμένων σε δημόσια νοσοκομεία, είναι ότι οι φύλακες προσπαθούν να επιβάλλουν εκεί όρους καθαυτό φυλακής : απαιτούν συχνά να καθηλώνεται μηχανικά ο φρουρούμενος ασθενής και να κλείνουν πόρτες και παράθυρα, επιδρούν άσχημα απέναντι σε άλλους νοσηλευόμενους, συχνά απαιτούν να είναι παρόντες κατά την  εξέταση του ασθενή από τον ψυχίατρο στο γραφείο κλπ. Και πάντα με την κάλυψη της ιεραρχίας τους. Είναι αυτές οι δυσλειτουργικές καταστάσεις που θα έπρεπε να τύχουν αντιμετώπισης και όχι να στερείται από τους κρατούμενους το δικαίωμα στην κατά το δυνατόν πιο αξιοπρεπή φροντίδα στο δημόσιο σύστημα Υγείας.
Από την άλλη, η ένταξη του ΨΚΚ στο ΕΣΥ προβάλλεται, από πολλές πλευρές, ως αναγκαία προκειμένου ν΄ αντιμετωπιστούν και ν΄ αποδυναμωθούν τα κατεστημένα παρακυκλώματα εντός των φυλακών, που δρουν και αποφασίζουν, με το αζημίωτο φυσικά, πώς θα λειτουργεί η φυλακή και πώς θα εκτίεται η ποινή του καθενός ανάλογα με την κοινωνική του θέση και το χρήμα που διαθέτει. Η άποψη αυτή, εκτός πολλών άλλων, δεν λαμβάνει υπόψη της ότι τα μέσα και οι τρόποι της όποιας επιδιωκόμενης αντιμετώπισης των παρακυκλωμάτων (που, σ΄ αυτό το σωφρονιστικό σύστημα, ποτέ δεν θα εκλείψουν, αλλά, απλώς, πιθανόν ν΄ αλλάξουν μορφή) μπορεί να καλλιεργούν το έδαφος για το ρίζωμα μιας άλλης διαχείρισης και χειραγώγησης του εν λόγω «χώρου», μέσω της προώθησης μιας «βιομηχανίας της πραγματονωμοσύνης» - μεταξύ των άλλων και μέσω μιας «προκλητής ζήτησης».
Μια «βιομηχανία» που είδαμε ν΄ ανθίζει στα ιταλικά «δικαστικά ψυχιατρεία» OPG) τα οποία, πέρα από τις άθλιες και κατασταλτικές συνθήκες στη βάση των οποίων λειτουργούσαν, ήταν και προνομιακό πεδίο για μέλη της μαφίας τα οποία, μ΄ ένα ψυχιατρικό πιστοποιητικό, απαλλάσσονταν, λόγω υποτιθέμενου «ακαταλόγιστου», από τις ποινικές συνέπειες του εγκλήματος που είχαν διαπράξει, για να βγουν σε σύντομο χρονικό διάστημα από το OPG, ως αναρρώσαντες «ψυχικά ασθενείς». Τα «δικαστικά ψυχιατρεία» στην Ιταλία, υποτίθεται ότι έκλεισαν πριν δυο χρόνια, ωστόσο, κατά τα φαινόμενα, όπως συμβαίνει με όλες τις «μεταρρυθμίσεις» στη σημερινή Ευρώπη, οι πρακτικές που ασκούσαν, έχουν, ως επί το πλείστον, μεταφερθεί στις μικρότερες δομές που δημιουργήθηκαν για να τα αντικαταστήσουν, ενώ, κάποια από αυτά, εξακολουθούν να παραμένουν. 
Ανεξαρτήτως, όμως, όλων αυτών, η ψυχιατροδικαστική  (στην οποία ανατίθεται η επιστημονική διεύθυνση του ΨΚΚ) δεν έχει καμιά δουλειά με τα προβλήματα ψυχικής υγείας των κρατουμένων. Στο βαθμό που τα προβλήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την τέλεση του αδικήματος για το οποίο κρατούνται, δεν εισέρχονται στο πεδίο της ψυχιατροδικαστικής, αλλά της ψυχιατρικής, της ψυχολογίας, των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η ψυχιατροδικαστική έχει ρόλο (αυτόν τουλάχιστον στη βάση του οποίου έχει συγκροτηθεί και, εν πολλοίς, «κατασκευαστεί») μόνο από τη στιγμή που τίθεται ζήτημα πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το αν, και σε ποιο βαθμό, μια ψυχική διαταραχή συνετέλεσε στην καθαυτό τέλεση ενός αδικήματος (με όλη τη συζήτηση που εν προκειμένω προκύπτει για μη καταλογισμό, μερικό καταλογισμό κλπ).
Εδώ και πολύ καιρό επιχειρείται, ωστόσο, να λειτουργήσει η ψυχιατροδικαστική, μέσα από την βαθμιαία της διείσδυση στην διαχείριση του ΨΚΚ, ως ο συνεκτικός δεσμός/δίαυλος ανάμεσα στο σωφρονιστικό σύστημα και τον ψυχιατρικό θεσμό. Από τη στιγμή που η ψυχιατροδικαστική επιχειρεί να θέσει υπό την δικαιοδοσία της όλο το φάσμα της παραβατικότητας, τότε ανοίγονται διαδρομές εγκληματοποίησης της ψυχικής οδύνης (κατ΄ αντιστοιχίαν της ποινικοποίησης της φτώχειας) και νεο-λομπροζιανών προσεγγίσεων στην αντιμετώπιση της εκάστοτε οριζόμενης ως παραβατικής/εγκληματικής συμπεριφοράς.
Αποτελεί, άλλωστε, μια διεθνή τάση, στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, με το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων, την απουσία/κατάρρευση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και του «προνοιακού κράτους» και με την αναδιάταξη των χώρων του κοινωνικού αποκλεισμού και του εγκλεισμού που επιτελείται, ένας μεγάλος αριθμός ψυχικά πασχόντων ν΄ αποτελούν, πλέον, κρατούμενους στις φυλακές - ένα τεράστιο ποσοστό του (υπερ)πληθυσμού των οποίων (με πρωτοπορία, εν προκειμένω, τις ΗΠΑ) είναι, τα τελευταία χρόνια, άτομα με ψυχιατρική εμπειρία.
Το προεδρικό διάταγμα για την ένταξη του ΨΚΚ στο ΕΣΥ θα μπορούσε, κατ΄ αρχήν, να χαρακτηριστεί σαν ένας φραστικός καλλωπισμός της υπάρχουσας και αμετάκλητα κατασταλτικής και απανθρωποποιητικής συνθήκης υπό την οποία δομείται και λειτουργεί το ΨΚΚ.
Μιλούν για 190 ανδρικές κλίνες, με την προσχηματική προσθήκη μόλις 10 γυναικείων κλινών,  που δεν ξέρουν καν πού θα τις εγκαταστήσουν. Ένας αριθμός που ξεπερνά δραματικά, σε αναλογία πληθυσμού αναφοράς, το ΨΝΑ (243 κλίνες στα τμήματα εισαγωγών) και το Δρομοκαίτειο (περί τις 230 κλίνες). Στην πραγματικότητα, πρόκειται για απλή μετονομασία του υπάρχοντος (κελιά και άλλοι χώροι, με κάποιες, πιθανόν, διαρρυθμίσεις) σε νοσοκομειακές κλίνες. Στη δύναμη αυτή των κλινών ενός υποτίθεται «ψυχιατρικού νοσοκομείου του ΕΣΥ» περιλαμβάνονται και οι «κλίνες» (κελιά) των κρατουμένων που θα διαμένουν/κρατούνται εκεί για να προσφέρουν εργασία στο ΨΚΚ.
Μιλούν για δημιουργία τμήματος «μακράς νοσηλείας», τη στιγμή που τέτοια τμήματα αποτελούν  τον απόλυτο αναχρονισμό και έχουν σε σημαντικό βαθμό συρρικνωθεί, βαίνοντας προς την πλήρη κατάργηση, ακόμα και στα άκρως ιδρυματικά ελληνικά ψυχιατρεία.
Μιλούν για αντιμετώπιση των «οξέων περιστατικών» στη βάση των «αρχών της κοινοτικής φροντίδας», τη στιγμή που μια τέτοια προσέγγιση δεν υπάρχει ούτε στις υπάρχουσες «κανονικές» μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (θα μπορούσε να υπάρξει μόνο σε νοσηλεία/φιλοξενία σε κλίνη Κέντρου Ψυχικής Υγείας - αν ποτέ υπήρχε σ’ αυτή τη χώρα).
Μιλούν για επανένταξη πού; Μέσα στη φυλακή; Μιλούν για «παρατηρητήριο ‘μεταθεραπευτικής’ (ίσως να εννοούν μετανοσοκομειακής) παρακολούθησης και εποπτείας» τη στιγμή που ακόμα και τώρα, ύστερα από χρόνια παρέμβασης της ψυχιατροδικαστικής ομάδας, ένας, πχ, κρατούμενος/νοσηλευόμενος με «μερικό καταλογισμό», εκτίει στο ΨΚΚ τα πέντε από τα έξη χρόνια της ποινής του και παίρνει εξιτήριο από εκεί ταυτόχρονα με την αποφυλάκισή του - για να βρεθεί στο απόλυτο κενό, τελείως αβοήθητος και μόνο αν κατά τύχη συναντήσει στο δρόμο του κάποιο Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης μπορεί να τύχει μιας στήριξης και βοήθειας (υπάρχουν παραδείγματα).
Αλλωστε, για ποιο «παρατηρητήριο» και ποια μετανοσοκομειακή φροντίδα μιλάμε όταν ο σχεδόν αποκλειστικός τρόπος πρόσβασης στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας εξακολουθεί να γίνεται είτε με την εκούσια προσέλευση του ατόμου στα εξωτερικά ιατρεία, είτε με τη βίαιη προσαγωγή του για εγκλεισμό κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Δεν υπάρχει πουθενά η κουλτούρα και  πρακτική της κίνησης των υπηρεσιών «προς» το αίτημα, για «συνάντηση μέσα στην κοινότητα» - εκτός αν το παρατηρητήριο θα είναι για να μαζεύει στατιστικά στοιχεία για ανακοινώσεις σε συνέδρια.
«Κατανοητά» όλα αυτά, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι η Β’ Πανεπιστημιακή Κλινική του Αττικού νοσοκομείου είναι η μόνη ψυχιατρική κλινική, στο σύστημα εφημερίας του λεκανοπεδίου, που δεν δέχεται ακούσιες νοσηλείες (δεν θέλει; δεν μπορεί; δεν ξέρει;) και εφημερεύει πάντα επικουρικά στο Δρομοκαίτειο, με τρόπο που, ακόμα και για τις εκούσιες νοσηλείες, να υπάρχει μια «ρύθμιση», έτσι ώστε κάποιες «επιλεγμένες» να κατευθύνονται στην πανεπιστημιακή κλινική, ενώ οι πιο «πολύπλοκες» στο ψυχιατρείο.   
Ωστόσο, η ένταξη του ΨΚΚ στο ΕΣΥ είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή μετονομασία. Δεν είναι απλώς κάτι αρνητικό, αλλά έχει και μια θετική διάσταση (με την έννοια του Φουκώ). Πρόκειται, στην ουσία, για την ιδρυτική πράξη του «δικαστικού ψυχιατρείου», του ειδικού  ψυχιατρικού καταστήματος για την φύλαξη των λεγόμενων ακαταλογίστων, που από καιρό επιδιώκεται από πολλές πλευρές και που με αυτό το προεδρικό διάταγμα γίνεται προσπάθεια  να περάσει στα «μουλωχτά».
Για πρώτη φορά θεσπίζεται μια δομή που ανήκει ταυτόχρονα στην δικαιοδοσία και του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του Υπουργείου Υγείας-αυτό, δηλαδή, που ήταν το ζητούμενο για το «δικαστικό ψυχιατρείο». Αφού στο ΨΚΚ θα υπάρχει επίσημα φυλακτικό προσωπικό (που δεν υπάρχει στα ψυχιατρεία, πράγμα από αποτελεί το σύνηθες προβαλλόμενο επιχείρημα για την απόρριψη των νοσηλευομένων/φυλασσομένων στη βάση του άρθρου 69 ΠΚ, προς έναν πιο κλειστό και κατασταλτικό θεσμό) και εφόσον το ΨΚΚ είναι, πλέον, και στην δικαιοδοσία του Υπουργείου Υγείας, ως «ένα από τα νοσοκομεία του ΕΣΥ», γιατί να μη μπορούν να μεταφερθούν σε αυτό ασθενείς του αρ. 69 ΠΚ από τα άλλα, επίσης του ΕΣΥ, ψυχιατρεία; Κατ΄ αρχήν, λίγοι, οι χαρακτηρισμένοι ως πιο «επικίνδυνοι» και «δύσκολα διαχειρίσιμοι» και, σιγά-σιγά, όπως συνήθως γίνεται, όλοι. Μια λύση φτηνή, σε κάτι που ήδη υπάρχει, αντί να αναζητείται η δημιουργία μιας νέας δομής (κτιρίου, προσωπικού κλπ).
Γνωρίζουμε ότι η επιδίωξη, τα τελευταία χρόνια, του «βίαιου κλεισίματος» των ψυχιατρείων (χωρίς, δηλαδή, ολοκληρωμένο σύστημα κοινοτικών υπηρεσιών εναλλακτικών στον εγκλεισμό) σκόνταφτε, μεταξύ άλλων, και στην ανυπαρξία κατάλληλου «καταστήματος» για τον εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων» του αρ. 69 ΠΚ, που τώρα νοσηλεύονται στα ψυχιατρεία. Με την όλη συζήτηση, μέσα στο καταρρέον και όλο και πιο εσωστρεφές και αμυντικό ψυχιατρικό σύστημα, να έχει επικεντρωθεί στην διαχείριση της «επικινδυνότητας» και στην προώθηση, από την κυρίαρχη ψυχιατρική, του αιτήματος για ένα «δικαστικό ψυχιατρείο» - που  δεν θα είναι παρά η υλική και θεσμική ενσάρκωση, το σήμα κατατεθέν, της υποτιθέμενης «κοινωνικής επικινδυνότητας» του ψυχικά ασθενή. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
Το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα, απέναντι στην απειλή της «κοινωνικής αταξίας», πηγή της οποίας είναι το πνίξιμο των αναγκών της πλειονότητας από την κυρίαρχη κανονικότητα, επιχειρεί, όπως πάντα, να διαχειριστεί αυτή την «αταξία», μεταξύ άλλων, και μέσα από μια όλο και πιο επεξεργασμένη κατηγοριοποίηση και ταξινόμηση των ανεπιθύμητων κοινωνικών ομάδων, που προβάλλονται ως οι φορείς της «κοινωνικής επικινδυνότητας». Μέρος αυτής της διαχείρισης, που αναδεικνύεται όλο και πιο πολύ ως μονόδρομος, είναι οι ποικίλες αφορμές και μορφές εγκλεισμού.
Ηδη επί Τόνι Μπλερ στην Αγγλία, είχε αρχίσει να εφαρμόζεται ο εγκλεισμός στα ειδικά ψυχιατρεία (High και Medium Security Mental Hospitals) ατόμων, κυρίως νέων, που χαρακτηρίζονταν ως πάσχοντες από «σοβαρά επικίνδυνη διαταραχή προσωπικότητας» - ένας κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα προσδιορισμός που δεν υπάρχει ούτε στα επίσημα διαγνωστικά/ταξινομικά συστήματα. Και ο εγκλεισμός γινόταν, και γίνεται, με μόνη την απόδοση του χαρακτηρισμού, χωρίς καν την διάπραξη μιας σοβαρής παραβατικής πράξης. Σχετικές συζητήσεις και παρουσιάσεις,  σε συνέδρια και αλλού, γίνονται και εδώ, για την εισαγωγή, ως είθισται, των εξ΄ Εσπερίας αντίστοιχων μοντέλων και πρακτικών.
Το «δικαστικό ψυχιατρείο» είναι ένας αναχρονισμός και το μόνο που το κάνει επίκαιρο και απαραίτητο είναι η ανάγκη του κυρίαρχου συστήματος, σ΄ αυτή την εποχή της πιο βαθιάς και χωρίς τέλος κρίσης του, να μεταλλάξει τα παλιά και ταυτόχρονα ν΄ αποκτήσει νέα εργαλεία ελέγχου και καταστολής, απόρριψης και εγκλεισμού, συμμόρφωσης ή  εκμηδένισης, όσων αποκλίνουν από τους κυρίαρχους ορισμούς της κανονικότητας.
Το προεδρικό διάταγμα για την ένταξη του ΨΚΚ στο ΕΣΥ δεν αφορά τίποτα άλλο, δεν φέρνει καμιά άλλη αλλαγή, παρά μόνο την θεσμοθέτηση ενός τέτοιου οργάνου. Εναλλακτικές στο «δικαστικό ψυχιατρείο» υπάρχουν και μάλιστα έχουν με επιτυχία εφαρμοστεί σε διάφορες περιπτώσεις διεθνώς. Αλλά δεν υπάρχει «χώρος» γι΄ αυτές στη σημερινή Ελλάδα, ούτε και στη σημερινή Ευρώπη - παρά μόνο σε μια ριζικά «άλλη Ελλάδα» και μια ριζικά «άλλη Ευρώπη». Μ΄ ένα ριζικά εναλλακτικό σύστημα Ψυχικής Υγείας και ταυτόχρονα Δικαιοσύνης, στη βάση της πορείας προς ένα «άλλο», ριζικά εναλλακτικό σύστημα κοινωνικών σχέσεων.
Το ζήτημα δεν είναι, φυσικά, να περιμένει κανείς καρτερικά ένα μέλλον εξ΄ ουρανού – που, έτσι, δεν θα έλθει ποτέ. Το ζήτημα για την προετοιμασία του μέλλοντος, στην όποια διάσταση της κοινωνικής μας ζωής, είναι η αμφισβήτηση του παρόντος. Και όπως έλεγε ο Γκουαταρί,  «αυτό που λείπει, είναι  η αντίσταση στο παρόν».   
   
15/12/2016

Θ. Μεγαλοοικονόμου

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

2nd Mental Health Conference ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ «ΦΥΛΑΞΟΥΝ» ΤΑ «ΠΡΟΒΑΤΑ»



ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ




Σε μια «κλειστού τύπου» συνάντηση, στην Αίγλη του Ζαππείου, με την «ευγενική χορηγία» φαρμακοβιομηχανιών με κυρίαρχο ρόλο στο χώρο της Ψυχικής Υγείας (Janssen, Lundbeck, Mylan) και ενώπιον εκπροσώπων της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΟΟΣΑ και της Κομισιόν, έγινε, στις 3/11, το 2nd Mental Health Conference (η ονομασία του μόνο στα αγγλικά), με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης στην  Ψυχική Υγεία. Παρούσα και η EUFAMI (Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία συλλόγων οικογενειών με ψυχικά πάσχοντα μέλη), καθώς και ελληνικοί σύλλογοι οικογενειών, ως η έξωθεν καλή μαρτυρία και το άλλοθι ενός εγχειρήματος που μόνο με τις θεραπευτικές ανάγκες και τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, των οικογενειών και των φροντιστών, δεν έχει να κάνει. Η συμμετοχή για παρακολούθηση απαιτούσε πληρωμή.

Από μόνη της η οργάνωση, οι χορηγοί και οι προσκεκλημένοι, μιλούν για τα περιεχόμενα και τους στόχους. Απέναντι σε εκπροσώπους των Οργανισμών που διευθύνουν την παγκόσμια οικονομία (μόνο το ΔΝΤ έλειπε), αυτών ακριβώς που ευθύνονται για την οικονομική και κοινωνική καταστροφή του πλανήτη και οι οποίοι καλούνται σαν ένα είδος «εξεταστικής επιτροπής» για την κατάσταση και την περαιτέρω πορεία στο χώρο της Ψυχικής Υγείας, κάποιοι δίνουν τα διαπιστευτήριά τους ως άξιοι εντολοδόχοι των πολιτικών που αυτοί οι οργανισμοί επιτάσσουν.

Κεντρικός άξονας των παρεμβάσεων των εκπροσώπων των Οργανισμών ήταν η αύξηση του κόστους των ψυχικών διαταραχών και πώς αυτό θα μειωθεί, ποιά είναι τα ποσοστά αυτού του κόστους στο ΑΕΠ των χωρών του ΟΟΣΑ, πώς θα υπάρξει στην Ελλάδα «ένα στρατηγικό πρόγραμμα και μελέτη για την κατανομή των πόρων», μια αξιόπιστη cost-effectiveness πολιτική για την Ψυχική Υγεία κοκ. Πρώτα το κόστος και μετά (έως καθόλου) ο άνθρωπος.

Όχι, επομένως, πώς θα ξεπεραστούν οι αιτίες (οικονομικές, κοινωνικές) που προκαλούν/επιδεινώνουν τον ψυχικό πόνο, αλλά πώς θα γίνει η διαχείριση της «κοινωνικής αταξίας» που προκαλεί η ραγδαία επέκταση και ένταση του ψυχικού πόνου, με το μικρότερο δυνατό κόστος. Η λογική της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης και  ιδιωτικοποίησης των όποιων παροχών.


Αφήνοντας για λίγο τις υπαγορευμένες αερολογίες περί «ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», ο υπουργός, που παρέμεινε σταθερός στη θέση του μετά τον δεξιόστροφο ανασχηματισμό της κυβέρνησης, θα μπορούσε, επιτέλους, να δώσει μια δημόσια απάντηση για το πώς έχει επιτραπεί, ένα κτίριο (Πειραιώς 114) αξίας 7.3εκ ευρώ, που παραχωρήθηκε μέσω ΕΣΠΑ στο ΨΝΑ για λειτουργία ΚΨΥ, να χρησιμοποιείται για τη στέγαση των εξωτερικών ιατρείων του ψυχιατρείου καθώς και οικοτροφείων; Κάτι που ίσως θα αποτελούσε και μιαν έμπρακτη απάντηση στο ερώτημα, πώς να «ολοκληρωθεί» κάτι που «δεν άρχισε ποτέ».

Είναι μέσα από αυτά τα αδιέξοδα και την κατάρρευση το συστήματος της Ψυχικής Υγείας που επιχειρούν κάποιοι να επωφεληθούν, όπως φάνηκε μέσα από την όλη οργάνωση του εν λόγω συνεδρίου. Η δομική βαρβαρότητα του κυρίαρχου ψυχιατρικού συστήματος, που αποκτά ακραίες εκφράσεις μέσα στην κατάσταση της πλήρους απεξάρθρωσης των υπηρεσιών λόγω της οικονομικής κρίσης και των διαδοχικών μνημονίων, χρησιμοποιείται (όπως πολύ καλά έχει νουθετήσει ο μέντορας του νεοφιλελευθερισμού Μίλτον Φρίντμαν, για την «αξιοποίηση των καταστάσεων  κρίσης») ως ευκαιρία για μετάβαση στην περαιτέρω ενίσχυση των ΜΚΟ και της ιδιωτικοποίησης γενικότερα.

Ενίοτε, όπως εν προκειμένω, ίσως και να συμφέρει η κατάσταση να παρουσιαστεί ως ακόμα χειρότερη προκειμένου να παρουσιαστούν, και να επιτευχθούν, οι επιδιωκόμενοι στόχοι, ως η «δήθεν» σωτηρία. Ετσι, παρουσιάστηκε στο εν λόγω συνέδριο «εργασία» που αφορούσε στην αύξηση, τα τελευταία χρόνια, των ακούσιων νοσηλειών και των μηχανικών καθηλώσεων στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας, από χώρους και φορείς που ποτέ στο παρελθόν δεν έχουν ενδιαφερθεί και/ή κάνει την παραμικρή ουσιαστική κίνηση για την έμπρακτη αμφισβήτηση και το ξεπέρασμα αυτών των πρακτικών. Μια «εργασία» που επί χρόνια επικεντρώθηκε απλώς σε ένα ψυχιατρικό τμήμα του ΨΝΑ και σε μια ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου.

Πολλά από τα στοιχεία, αναφορικά με το ΨΝΑ, για τις ακούσιες νοσηλείες (όχι φυσικά για τις μηχανικές καθηλώσεις) υπάρχουν, και με πιο μεγάλη αξιοπιστία από αυτά που περιέχονται στην «εργασία», αναρτημένα στην  ιστοσελίδα του ΨΝΑ.

Θα είχε ενδιαφέρον η «εργασία» αυτή, αντί να ασχοληθεί με το ΨΝΑ και τα γενικά νοσοκομεία, καθώς είναι σε όλους γνωστή η άκρως κατασταλτική λογική που διέπει τις νοοτροπίες και τις πρακτικές τους, να στραφεί λίγο προς τα «μέσα» και να ασχοληθεί, πχ, με το πώς οι Κινητές Μονάδες των ΜΚΟ (αλλά και του δημοσίου, όσες υπάρχουν ακόμα), από τις Κυκλάδες μέχρι την Βόρεια Ελλάδα, συμβάλουν στη μείωση των ακούσιων νοσηλειών, με ποιες πρακτικές κοινοτικής πρόληψης και φροντίδας, με ποια αντιμετώπιση των ασθενών, με ποιό ολοκληρωμένο δίκτυο υπηρεσιών. Γιατί αυτές οι Κινητές Μονάδες, που αποτελούν το κοινοτικό δίκτυο των αγροτικών και των νησιωτικών περιοχών, υπάρχουν από πολλά χρόνια και θα έπρεπε να έχουν κάποια αποτελέσματα. Και δεν θα επιτρεπόταν, πχ, από νησί των Κυκλάδων να φτάνει ασθενής σε ψυχιατρείο της Αθήνας, με διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας και με συνοδευτικό ραβασάκι από την θεραπευτική ομάδα της Κινητής Μονάδας, ότι «πρέπει να κρατηθεί όσο γίνεται περισσότερο στο ψυχιατρείο».

Κι΄ ακόμα, πόσο έχουν συμβάλλει τα πάνω από 30 Κέντρα Ημέρας των ΜΚΟ στην κοινωνική ένταξη και στην πρόληψη των ακούσιων νοσηλειών, σε ποιό πληθυσμό αναφοράς, με ποια ευθύνη για τον συγκεκριμένο πληθυσμό - πέρα από το ν΄ αποτελούν, σε πολλές περιπτώσεις (όπως έχει καταγγελθεί), πολλαπλώς και τεχνηέντως χρησιμοποιούμενο εργαλείο στην διαδικασία των υποτίθεται παρεχόμενων υπηρεσιών, για την απορρόφηση κονδυλίων. Βέβαια, μια τέτοια «εργασία» για την αποτελεσματικότητα της δραστηριότητας των Κινητών Μονάδων (όπως και των Κέντρων Ημέρας) των ΜΚΟ, δεν θα έπρεπε να την κάνουν οι ίδιες, αλλά μια με αντικειμενικά κριτήρια συγκροτημένη ομάδα.

Δεν θα μπορούσε, φυσικά, να λείπει από την συζήτηση η αναφορά στο ζήτημα των «δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων», αυτό το άλλοθι κάθε τέτοιας συζήτησης μεταξύ των συγκεκριμένων φορέων, που σκοπό δεν έχει άλλο από την ανακατανομή, προς όφελος των ΜΚΟ, των όλο και πιο περιορισμένων κονδυλίων που διατίθενται για την Ψυχική Υγεία. Αλλωστε, η πολιτική στην Ψυχική Υγεία με «περιορισμένους πόρους», είναι, εδώ και χρόνια, το διεθνές σύνθημα, προς εφαρμογή σε όλο τον πλανήτη, από τον ΠΟΥ και την Παγκόσμια Τράπεζα, μέχρι τον ΟΟΣΑ και την ΕΕ, σε μια προσπάθεια επιβολής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών με πρωταρχικό  εργαλείο τις ΜΚΟ.

Πέρα από τα όποια λόγια, τα δικαιώματα, και των ψυχικά πασχόντων, έχουν μιαν

έμπρακτη, υλική βάση. Δεν είναι απλή διακήρυξη. Επομένως, θα μπορούσε κανείς, μεταξύ άλλων, να ξαναθέσει ένα σχετικά ξεχασμένο ζήτημα που αφορά τις συντάξεις των ψυχικά πασχόντων, αυτών που φιλοξενούνται σε δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης (αν και όχι μόνο αυτών). Για το πώς γίνεται η διαχείρισή τους, για το αν υπάρχουν αξιόπιστοι κανόνες που διέπουν τον τρόπο διαχείρισης, ότι αυτή, δηλαδή, γίνεται αποκλειστικά για τις ανάγκες του κατόχου της σύνταξης και δεν υπάρχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο παρακράτηση για τις ανάγκες της δομής.


Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, εκείνη την περίοδο, την περίοδο του αρχιμνημονιακού Λοβέρδου στο Υπουργείο Υγείας, αυτοί που τώρα θυμήθηκαν τις ακούσιες νοσηλείες, τις μηχανικές καθηλώσεις και τα δικαιώματα, ήταν πρωταγωνιστές, στην αρμόδια επιτροπή που είχε συσταθεί, για το κλείσιμο των ψυχιατρείων στα πλαίσια ενός «σχεδίου έκτακτης ανάγκης» ή, όπως το διόρθωσαν λίγο μετά, «σχεδίου άμεσης προσαρμογής στις ιδιαιτερότητες του ΕΣΠΑ». Ηταν αυτοί που έβαλαν μπροστά το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων ζητώντας, παράλληλα, να νομοθετηθεί η δυνατότητα για τις ΜΚΟ να ιδρύουν και Κέντρα Ψυχικής Υγείας, δηλαδή, την πλήρη ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας. Αυτό, άλλωστε, προωθούν και τώρα με δεδομένη την ασφυκτική πίεση από μεριάς των «εταίρων» για ατέρμονη συρρίκνωση του δημοσίου και ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Οι ΜΚΟ, στην ψυχική υγεία όπως και παντού (στο προσφυγικό κλπ), ήταν πάντα το μακρύ χέρι του κράτους και των Βρυξελλών - με τις οποίες το δίκτυο «Αργώς» διατηρεί άμεση επικοινωνία.  

Είναι σίγουρο ότι αυτό το συνέδριο μόνο «αθώο» δεν ήταν και άσχετο των επιτελούμενων διεργασιών και των προαποφασισμένων πολιτικών. Εγινε για να δώσει ώθηση στη «νέα εποχή»:

-στο νέο σύμφωνο για το κλείσιμο των ψυχιατρείων χωρίς ένα ριζικά εναλλακτικό (πρωτίστως ως κουλτούρα και θεραπευτική πράξη) και ολοκληρωμένο, κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών,

-στην δημιουργία των «δικαστικών ψυχιατρείων» που ετοιμάζουν και τα οποία θα σερβιριστούν, και αυτά, ως «μεταρρύθμιση» και ως «σεβασμός δικαιωμάτων».

-στην ιδιωτικοποίηση που, εν μέσω του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος που ζούμε, παρουσιάζεται ως η μόνη λύση (ΤΙΝΑ),

-με ένα σχεδιασμό για την πολύπαθη Τομεοποίηση, που ποτέ δεν θα εφαρμοστεί και που αποτελεί, ως σχεδιασμός, καθαρή, παλιάς κοπής, εργασιοθεραπεία.

-με το νομοσχέδιο για την λεγόμενη «διοικητική ψυχιατρική μεταρρύθμιση», ως ένα «φευγάτο» πόνημα, από την άποψη της όποιας σχέσης με την πραγματικότητα και ως απάντησης στις ανάγκες που αυτή έχει για μια πραγματικά εναλλακτική προοπτική στην ψυχική υγεία - αλλά κατάλληλο ως εργαλείο για την δράση των ΜΚΟ, στις οποίες δίνει ένα διευρυμένο ρόλο.

Να επισημάνουμε εν προκειμένω ότι οι φαρμακοβιομηχανίες-χορηγοί του συμβάντος της 3/11, είναι αυτές ακριβώς που τελευταία τρέχουν πίσω από κάθε ευκαιρία που τους δίνεται (δημιουργώντας οι ίδιες τις ευκαιρίες αυτές, μέσω της χειραγώγησης των τεκταινομένων στο χώρο της ψυχιατρικής) για να προωθήσουν τα αντιψυχωτικά ψυχοφάρμακα (τα δυο εκ των τριών) που ανταγωνίζονται, αυτή την περίοδο, για την κυριαρχία στην αγορά, μέσω της συνταγογράφησης των ψυχιάτρων : η Janssen το  Xeplion (του οποίου η μηνιαία θεραπεία ανάλογα με τη δοσολογία, κοστίζει, λιανική τιμή, μέχρι και 460 ευρώ) και η Lundbeck το Abililify maintena (του οποίου η μηνιαία θεραπεία κοστίζει περί τα 280 ευρώ). Να υπενθυμίσουμε, για το είδος των πρακτικών των φαρμακοβιομηχανιών, ότι πριν λίγα χρόνια η Janssen απέσυρε από την κυκλοφορία ένα παλιό αντιψυχωτικό, το Flupidol, με σχετικά ήπιο προφίλ παρενεργειών και «εύκολο» στη λήψη του, που κόστιζε περί τα 5 ευρώ η μηνιαία θεραπεία, προκειμένου να προωθήσει και επιβάλλει το επίσης δικό της Risperdal Consta, καθόλου πιο αποτελεσματικό από το πρώτο, με πιο πολλές και ανυπόφορες παρενέργειες και του οποίου η τιμή, τότε, της μηνιαίας θεραπείας έφτανε μέχρι τα 600 ευρώ.

Για μιαν ακόμη φορά, μαζί με την ψευδεπίγραφη («δήθεν») καταγγελία των ακούσιων νοσηλειών και των μηχανικών καθηλώσεων και την «δήθεν» υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, πλασαρίστηκε στο σχετικό ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, ο τίτλος ενός κείμενου του Franco Basaglia : «εγκλήματα σε καιρό ειρήνης» («crimini di pace»).

Πράγματι, πρόκειται για «εγκλήματα σε καιρό ειρήνης». Όχι μόνο η εγγενής βαρβαρότητα του ψυχιατρείου και της κυρίαρχης ψυχιατρικής συνολικά, αλλά, επίσης, και ο ρόλος των ΜΚΟ.  



8 Νοεμβρίου 2016





ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ